Friday, January 31, 2014

Τα «like» και οι ψήφοι


Share/Bookmark
Εμείς οι ερασιτέχνες του δημόσιου λόγου συγχέουμε συχνά τα «λάικ» με τις ψήφους. Πέρα από την προφανή στατιστική στρέβλωση (μη αντιπροσωπευτικό κοινό ή ακόμη κι ένα κοινό που αναζητά την ευκαιρία να κτίσει εξαρχής μια προσωπικότητα και βρίσκει συνομιλητή) υπάρχει και η ουσιαστική παρανόηση που είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Είναι εύκολο να αποσπάσει κανείς την επιδοκιμασία του κοινού γαργαλώντας τα φθηνά αισθήματα που έτσι κι αλλιώς περιέχει, όπως κάθε ένας από εμάς.

Είναι απλό, για παράδειγμα, να φορτώνει κανείς όλα τα κακά του κόσμου σε κάποιον άλλο, σε μια απλοϊκή κακογουστιά, σε κάποιον απέναντι: στους ξένους, στους Γερμανούς, στους Αμερικάνους, στους μετανάστες, στους βρωμιάρηδες, στους φουσκωτούς, στους ανεγκέφαλους, στους αξύριστους, στους κλέφτες, στους αναρχικούς, στους κομμουνιστές, στην επάρατο δεξιά, στον ΣΥΡΙΖΑ ... και πάει λέγοντας. Εξαιρώντας πάντα τον εαυτό του.

Τα λεγόμενα «άκρα», όπως κάθε φορά μετασχηματίζονται στο συλλογικό φαντασιακό, προσφέρουν αυτή την ανακουφιστική διέξοδο: δεν ταλαιπωρούν τη σκέψη και αποτελούν τον εύκολο στόχο. Δημιουργούν ποδοσφαιρικές συναινέσεις με τη νοητή συμμετρία τους.

Και πέφτουν τα λάικ βροχή.

Αυτή η πρακτική, όταν την υιοθετούν άνθρωποι σκεπτόμενοι, έχει μια αδυναμία: όπως συγχέει τις αιτίες με το αποτέλεσμα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο μπερδεύει τα "λάικ" με τις ψήφους.

Στη μοναχική στιγμή πίσω από το παραβάν όμως, για όσους τελικά συρθούν ως εκεί, λαμβάνει χώρα η χημεία της Δημοκρατίας: όποιος ψηφίσει κινημένος από τα άλογα και απαίδευτα ένστικτα της αναζήτησης ενός φταίχτη πάντα άλλου, μιας ευθύνης που δεν τον περιλαμβάνει, από μια απλοϊκή αντίδραση, από μια υποσυνείδητη απέχθεια, θα ψηφίσει τους καθαρότερους εκπροσώπους της απέχθειας αυτής σύμφωνα με τις πατροπαράδοτες ευαισθησίες του: την κάθε «επάρατο», τον κάθε λαϊκιστή, τον κάθε Καμμένο, τον κάθε Τσίπρα.

Η ψήφος αυτή τον ανακουφίζει και τον εκτονώνει. Κι όσοι συμβάλαμε στην καλλιέργεια και νομιμοποίηση των αισθημάτων αυτών, θα μείνουμε με τα «λάικ» στο χέρι.

Γιατί τα «λάικ», όταν είναι εύκολη έκφραση ευαρέσκειας για το απλουστευτικό ή απλοϊκό σύνθημα ενός άλλου, όταν επιβραβεύουν μια ανέξοδη απαρέσκεια, είναι στην πραγματικότητα έκφραση αυταρέσκειας: τα «λάικ» τούτα είναι ανακουφιστικά καθώς επικροτούν στ’ αλήθεια ένα απαίδευτο και φθηνό μέρος του εαυτού εκείνου που τα αποδίδει, που αισθάνεται δικαιωμένο.

Τούτο σημαίνει ότι δεν έχουν τα «λάικ» τη σημασία τους; Ναι, έχουν. Άλλη όμως από αυτή που φαίνεται.

Υπάρχουν κι εκείνα που είναι ακριβά και δύσκολα: είναι αποτέλεσμα μιας αλλαγής, μιας ανατροπής, είναι η συνέπεια της επίπονης απελευθέρωσης μιας σκέψης ή ενός ακριβού συναισθήματος εντός του ανθρώπου που το εκφράζει.

Στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για έκφραση επιδοκιμασίας αλλά για ένα απλό ευχαριστώ, γιατί κάποιος, κάποιες εικόνες ενός άλλου, μερικές λέξεις που ένας άλλος πρόφερε, έγιναν η αιτία να ξαναδεί τον εαυτό του αλλιώς. Είναι μέρος ενός διαλόγου με όλα τα στοιχεία της αμοιβαιότητας.

Ετούτα σάμπως να μου φαίνονται πιο μόνιμα, πιο ουσιαστικά, πιο αληθή, πιο συμφέροντα. Είναι ελπιδοφόρα. Και γι' αυτό, μάλλον, στη μυστηριώδη μαγειρική της Δημοκρατίας, είναι και περισσότερο πολιτικά.

Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος



Wednesday, January 29, 2014

Σώστε τις μέλισσες


Share/Bookmark
Η ιστορία του αφανισμού των μελισσών ιδωμένη από απόσταση θυμίζει μια σύγχρονη Αισώπεια αλληγορία.

Τα πολύτιμα αυτά έντομα κινδυνεύουν από τα φυτοφάρμακα της εντατικής γεωργίας, από το προϊόν της οποίας συντηρείται (και σπαταλά) το ανθρώπινο είδος.
Δίχως όμως τις μέλισσες, που μας χαρίζουν από τότε που κατοικούμε στον πλανήτη το χρυσό προϊόν των αδένων τους, δεν μπορούν να αναπαραχθούν τα περισσότερα ήδη φυτών. Κάθε φυτό που λιγοστεύει και χάνεται είναι μια απώλεια με ασύλληπτες συνέπειες για το οικοσύστημα μέρος του οποίου είμαστε κι εμείς και οτιδήποτε μας κρατά στη ζωή. Κι ακόμη δεν μπορούν να αναπαραχθούν ούτε καν τα φυτά που μας θρέφουν και το σύστημα από το οποίο αυτά εξαρτώνται άμεσα.
Ο άνθρωπος είναι ένας παράγοντας των οικοσυστημάτων. Δεν βρίσκεται απέναντι αλλά εντός τους. Διαμόρφωσε τη φύση και διαμορφώθηκε από αυτή. Οσο κι αν μερικές φορές δεν θέλει να το παραδεχθεί κι αν άλλες απλά αρνείται να το κατανοήσει, είναι κι ο ίδιος μέρος του τοπίου. Είναι κι αυτός ένα από τα χρώματα της εξαίσιας ζωγραφιάς των αιώνων πάνω στη γη. 

Αλλες φορές όμορφος σαν τις Κυκλάδες, με τους ανεμόμυλους, τους παλιούς και τους νέους, με τις αναβαθμίδες απλωμένες ως την τελευταία πλαγιά, ως το πιο μακρινό ακρογιάλι, χτισμένες με πέτρα, ιδρώτα και κόπο γενεών. Τα μοναδικά τούτα νησιά, αυτά πούναι φτιαγμένα στο χέρι, απ' άκρη σ' άκρη.

Κι άλλες φορές είναι ο άνθρωπος μια μουτζούρα στην επιφάνεια της γης, ένας λεκές, σαν τα καμένα, τα ανασκολοπισμένα τροπικά δάση, την απέραντη φωτορύπανση που σβήνει τη νύχτα της φύσης και σκοτεινιάζει τα φώτα των αστεριών και τις αντανακλάσεις του φεγγαριού στα μάτια των παιδιών. Σαν τα εξαφανισμένα αγρίμια, σαν τα τετράγωνα λευκά τσιμεντένια κουτιά στα τέσσερα στρέμματα, σπαρμένα παντού σαν κακόγουστα ζάρια. Λεκέδες ατέλειωτοι σαν τις μπαζωμένες ακτές, τα σκουπίδια μας στα ρέματα και στους δρόμους, το διοξείδιο του άνθρακα, τους μπετοναρισμένους ποταμούς, τους αφυδατωμένους υδροφόρους και τα εθιστικά κι ανώφελα χημικά στους αγρούς.

Μια μουτζούρα που όσο εύκολα απλώνει, τόσο εύκολα σβήνει στους μακρούς χρόνους και τους περίπλοκους δρόμους της φύσης.

Καθώς οι μέλισσες λιγοστεύουν, το πρόσκαιρο και τυχοδιωκτικό μικροσυμφέρον μιας ομάδας ανθρώπων που φοβάται την αλλαγή, μαζί με την τύφλωση και αδιαφορία των πολλών, βάζει σε κίνδυνο την ύπαρξη της τροφικής αλυσίδας όλων. Η γκαβή αδιαφορία θα αφανίσει τελικά όλους (και τους μεν και τους δε) αν τελικά τα πολύτιμα έντομα λείψουν.

Θυμίζει κάπως την κουτοπονηριά του δικού μας πολιτικού συστήματος των σογιών και των παρασίτων. Αυτής της ομάδας ανθρώπων που μεταλλάσσεται κι αναπαράγεται σαν ιός, δεξιά κι αριστερά, αλλάζοντας ταμπέλες και ονόματα, ξεγελώντας τα αντισώματα, αυτοτροφοδοτούμενη, παρασιτώντας τον οργανισμό.

Που επίσης θα αφανιστεί αν όσοι τη θρέφουν, όσοι δημιουργούν, όσοι γονιμοποιούν τη μηχανή της παραγωγής, αυτοί τον κόπο των οποίων απομυζά, φύγουν από τον μολυσμένο τόπο για να επιβιώσουν. Τον εγκαταλείψουν και πάνε σε άλλα δάση σε άλλα λιβάδια, σε άλλα περιβόλια. 'Η απλά απομείνουν και σταματήσουν να παράγουν αποκαρδιωμένοι κι εκλείψουν τελικά δηλητηριασμένοι κι αυτοί.

Από αυτή την οπτική η έγνοια για το ένα σπουδαίο, την επιβίωση των μελισσών, δεν είναι ούτε άσχετη ούτε δευτερεύουσα σε σχέση με την έγνοια για το άλλο, την πολιτική αλλαγή και την επιβίωση του τόπου μας.

Αντίθετα η άγνοια του ενός δυναμώνει και τη μοιραία αδιαφορία για το άλλο.




Υ.Γ.

O μελαγχολικός μύθος της Μέλισσας που πήγε στον Δία και έγινε η ίδια το ζωντανό υπόδειγμα της ισορροπίας της φύσης, ανάμεσα στην ισχύ και την ευθύνη:


Η μάνα των κεριών, η μέλισσα, ανέβηκε στους Θεούς φορτωμένη με προσφορές, κερήθρες και μέλι. Ο Δίας, ικανοποιημένος από τα δώρα της, πρόσταξε να της δώσουν ό,τι ζητήσει. Κι εκείνη του είπε: Δώσε στην πιστή σου θεραπαινίδα κεντρί για να προστατεύω τους κόπους μου και για να προφυλάσσομαι από τους εχθρούς μου.

Απορώντας ο Δίας με τούτα που του ζήτησε κι επειδή το αγαπούσε το γένος των ανθρώπων, είπε στη μέλισσα: Δεν θα γίνει ακριβώς όπως το ζήτησες. Αν άνθρωπος έρθει να σου πάρει το μέλι κι εσύ αποφασίσεις να αμυνθείς, θάχεις το κεντρί σου. Αλλά θα γνωρίζεις πως αν τον κεντρίσεις με το κεντρί σου, θα πεθάνεις αμέσως. Γιατί η ζωή σου η ίδια είναι το κεντρί αυτό.

(μτφ του συντάκτη)



Μέλισσα μήτηρ κηρίων οὖσα ἀνελήλυθεν εἰς θεούς, φέρουσα κηροὺς καὶ μέλι. Τερφθεὶς δὲ ὁ Ζεὺς τῇ προσφορᾷ τῆς μελίσσης συνετάξατο δοῦναι αὐτῇ ὃ ἂν αἰτήσῃ. Ἡ δέ· Δός, ἔφη, τῇ σῇ θεραπαινίδι κέντρον πρὸς ἄμυναν τῶν πόνων μου καὶ εἰς φυλακήν μου. Ἀπορήσας δὲ ὁ Ζεὺς πρὸς τὰς αἰτήσεις, ἐπεὶ ἐφίλει τῶν ἀνθρώπων τὸ γένος, ἔφη τῇ μελίσσῃ· Οὐχ ὡς ᾔτησας γενήσεται, ἀλλ᾿ ἐάν τις τῶν ἀνθρώπων ἥκῃ λαβεῖν μέλι, σὺ δὲ βούλῃ αὐτὸν ἀμύνασθαι, ἔχε τὸ κέντρον· πλὴν ἴσθι ὅτι, εἰ πλήξεις ἄνθρωπον, ἐμβληθέντος τοῦ κέντρου, παρευθὺς ἀποθνήξῃ· ζωὴ γάρ σοι ἐντυγχάνει τὸ κέντρον. (Chambry 234= Perry 163)


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος



Αναφορές:


 

Sunday, January 26, 2014

Η "πάταξη της φοροδιαφυγής" με δυο λόγια


Share/Bookmark
Το κράτος φορολογεί έναν εικονικό κόσμο, με βάση αντικειμενικές τιμές εκτός αγοράς και τεκμαρτά εισοδήματα εκτός πραγματικότητας. Μπήγει εξωπραγματικούς φόρους, τέλη, εισφορές και άλλους κρυφο-φόρους κάθε μέρα αλλιώτικους, σε κάθε συναλλαγή και πράξη, ανάλογα τι θα δει στον ύπνο του ο αρμόδιος Αγάς. Χώνει απίθανες τιμωρίες και πρόστιμα, σε μεταφυσικούς χρόνους, όποτε τούρθει κι όπως φανταστεί, άσχετα αν κλέβει κάποιος στ' αλήθεια, ανεξάρτητα από τη σημασία της παρανομίας ή της παρατυπίας, ή από το αν είναι απλά αδύνατο νάναι κάποιος σύννομος.

Επιβάλλοντας ανεφάρμοστες κι αιώνιες καθολικές ελεγκτικές διαδικασίες συγχέει συστηματικά το ουσιαστικό με το τυπικό, το αδύνατο με το δυνατό, ώστε να διαφύγει η ουσία και να παραμείνει μια διαρκής αιχμαλωσία στον τύπο.

Έναντι αυτών, επιστρέφει στους φορολογούμενους φανταστικές υπηρεσίες και ονειρικές παροχές.

Έπειτα βροντοφωνάζει στον κόσμο όλο, στους ξένους (που βέβαια όπου φύγει φύγει μαζί με τις τράπεζες, τις επενδύσεις, τα υπάρχοντά τους) πως όλα είναι πραγματικά, αλλά οι μπαγαμπόντηδες οι Έλληνες δεν θέλουν να το καταλάβουν.

Και τέλος, επιχειρεί να πείσει τους άμοιρους κατοίκους της χώρας αυτής πως όλα τούτα τα καμώματα αντιστοιχούν και σε αληθινά λεφτά που τάχουν κονομήσει. Γι' αυτό και τα χρωστούν, έχουν δεν έχουν. Οι τιποτένιοι παλιο-φοροφυγάδες.

Το κράτος επιχειρεί με ανήθικο τρόπο να εξαργυρώσει σε πραγματικό χρήμα ένα εικονικό φορολογικό σύμπαν πούχει το ίδιο κατασκευάσει.

Φυσικά, γνωρίζει ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο εν μέρει. Τούτη η αντίφαση είναι η κουτοπονηριά της αέναης κι άπιαστης "πάταξης". Ενός ακόμη βολικού εθνικού μύθου.


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος


Εικόνα: laughing insanity, by psychedelic funk


Friday, January 24, 2014

Η Ισπανία, εμείς και οι φούσκες μας


Share/Bookmark
Καθώς μετά την Ιρλανδία και η Ισπανία βγαίνει από την ανάγκη του προγράμματος στήριξης, έχει ενδιαφέρον η συνέντευξη του Όλι Ρεν στην El Pais.

Η χώρα, έχοντας αντιμετωπίσει σημαντικά προβλήματα στο κόστος λειτουργίας του Δημοσίου, και ειδικά των περιφερειών της, και ανακεφαλαιοποιήσει επιτυχώς τον τραπεζικό της τομέα, ώστε να ανακάμψει από την κατάρρευση της φούσκας των ακινήτων, μπορεί να ελπίζει ότι η ροή πιστώσεων προς την πραγματική οικονομία θα αρχίσει πλέον να παρέχει ρευστότητα στην αγορά και στην παραγωγική οικονομία.
Προβλέπεται ότι θα επιστρέψει από φέτος σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης 0,5% , μια από τις βασικές προϋποθέσεις για να αντιμετωπιστεί σταδιακά το μεγάλο προβλήμα της ανεργίας στη χώρα (δεύτερης μεγαλύτερης μετά την Ελληνική στην Ε.Ε.). Γράφει σε αλλο άρθρο η El Pais "...τα καλά λόγια προς μία χώρα που μόλις πριν από ένα χρόνο ήταν στο χείλος του γκρεμού - με τα spread στα σύννεφα, όταν πολλές φωνές θεωρούσαν την επιχείρηση διάσωσης αναπόφευκτη - ... από τον Πρόεδρο του Eurogroup Jeroen Dijsselbloem: "Η Ιρλανδία και η Ισπανία τα κατάφεραν πολύ καλά με τα αντίστοιχα προγράμματά τους. Έχουν ήδη επιδείξει σημαντικά θετικά σημάδια οικονομικής προόδου, και γι' αυτό είμαι πολύ αισιόδοξος".
Από την άλλη πλευρά, ο 'Ολι Ρεν προσγειώνει στον ρεαλισμό. Η εξέλιξη προς το καλύτερο είναι σταδιακή κι επίπονη. Όσο μεγαλύτερη η αντιπαραγωγική φούσκα, τόσο μακρύτερο το μονοπάτι της ανάκαμψης. "Η διαδικασία της δομικής προσαρμογής είναι σε εξέλιξη, αλλά θα χρειαστεί χρόνο για να υποκατασταθεί ένας τομέας με τόσο βάρος στην οικονομία (ο κατασκευαστικός) από άλλες παραγωγικές δραστηριότητες ... ώστε να επανέλθει η απασχόληση στα προγενέστερα επίπεδα.... η φούσκα υπήρξε τεράστια... "
Τι συμπεραίνει κανείς από την ισπανική περίπτωση: σε μια μεγάλη οικονομία μια εξίσου μεγάλη φούσκα είναι πολύ δύσκολα διαχειρίσιμη, εάν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα. Στην περίπτωση της Ισπανίας η φούσκα των ακινήτων έπληξε τον τραπεζικό της τομέα, διογκώνοντας έμμεσα όλα τα άλλα δομικά προβλήματα της οικονομίας, που υπό την πίεση της έλλειψης ρευστότητας πήραν οριακό χαρακτήρα. Το χαμηλό δημόσιο χρέος της χώρας και η σχετική αποφασιστικότητα και συναίνεση του πολιτικού της συστήματος να αντιμετωπίσει και κάποιες από τις δομικές αδυναμίες επέτρεψε στη χώρα να αντεπεξέλθει μόνο με τη στήριξη του τραπεζικού της τομέα, χωρίς να χρειαστεί να μπει σε μακροχρόνιο πρόγραμμα προσαρμογής και εποπτείας.
Η ελληνική περίπτωση είναι καθόλα διαφορετική: η φούσκα των ακινήτων ήταν ένα μόνο από τα προβλήματα της οικονομίας μας. Μικρής αρχικά βαρύτητας συγκριτικά με την Ισπανία, καθώς το ιδιωτικό χρέος στη χώρα ήταν πολύ χαμηλό σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ. Η πιστωτική επέκταση του τραπεζικού συστήματος στον ιδιωτικό τομέα ήταν σχετικά περιορισμένη. 139% του ΑΕΠ στην Ελλάδα τον πρώτο χρόνο της κρίσης το 2010 έναντι 287% στην Ισπανία την ίδια χρονιά. 68% για την Ισπανία και 157% για την Ελλάδα τα αντίστοιχα νούμερα για το δημόσιο χρέος (πηγή OECD). Η δραματική κατάσταση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος έχει εντελώς διαφορετικά αίτια, όπως αναλύσαμε στο σχετικό άρθρο "Θαύμα, θαύμα! στις Τράπεζες".  Κι έτσι οι τράπεζες της Ισπανίας βγαίνουν επίσημα από τον μηχανισμό στήριξης, ενώ οι δικές μας ετοιμάζονται να βουλιάξουν παραμέσα, μαζί με τις αποταμιεύσεις των ανθρώπων.  
Η φούσκα του Δημοσίου τομέα ήταν και παραμένει το κεντρικό πρόβλημα που τροφοδότησε, μεγέθυνε και συνεχίζει να τροφοδοτεί όλα τα υπόλοιπα στην χώρα μας.
Η φούσκα αυτή έχει διπλή όψη, γι' αυτό είναι απατηλή και η φύση της είναι δυσδιάκριτη: δεν είναι τόσο το μεγάλο ύψος των δαπανών του Δημοσίου στο σύνολό του, εκτός από κάποιους ιδιαίτερους τομείς όπως η άμυνα, για λόγους που πλέον γίνονται προφανείς με τρόπο σκανδαλώδη, ή όπως το άδικο, αντιπαραγωγικό και μη βιώσιμο ασφαλιστικό / συνταξιοδοτικό σύστημα.
Είναι κυρίως η στρεβλή και αντιπαραγωγική δομή των δαπανών του Δημοσίου, ο τρόπος χρήσης τους, σε συνδυασμό με τη στρεβλή δομή των εσόδων που στηρίζουν τις δαπάνες αυτές. Η διπλή πηγή της φούσκας εστιάζεται στην απόσταση μεταξύ δαπανών και παρεχόμενων υπηρεσιών από το κράτος προς τους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας και τους πολίτες, αλλά και στο ότι η χρηματοδότηση των δαπανών αυτών προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από άτυπη και στρεβλωτική φορολογία μέσω των φόρων υπέρ τρίτων, κρυφές επιβαρύνσεις και αναπόδραστα τέλη-κρυφοφόρους.
Έχει βαρύτητα ότι η Commission, σύμφωνα με τον Όλι Ρεν, έχει αντιληφθεί μετά την εσφαλμένη αρχική ακαμψία πως δεν είναι το ονομαστικό ύψος του ελλείμματος ο δείκτης που έχει σημασία, αλλά το δομικό έλλειμμα.
Από αυτή την άποψη η Ελληνική περίπτωση διαφέρει. Είναι ευκολότερο να φτωχοποιηθεί ή να αφεθεί να καταρρεύσει πλήρως (προς τα εκεί κατευθυνόμαστε ολοταχώς) εάν δεν αντιμετωπίσει την πηγή του προβλήματός της, αλλά μπορεί και ευκολότερα να στηριχθεί και να ανακάμψει γρήγορα, εάν αποφασίσει να αντιμετωπίσει τη δομική αδυναμία της. Οι δομικές μεταρρυθμίσεις μπορούν να προκαλέσουν μια ροή κεφαλαίων προς την οικονομία που θα οδηγούσε σε σχετικά ταχεία ανάκαμψη.
Η αξιοποίηση των υποαπασχολούμενων πόρων και υποδομών της χώρας θα έμοιαζε με τη ροή του κόκκινου συστατικού της ζωής σε έναν οργανισμό που χειμάζεται, γιατί έχει στερέψει από αίμα, ενώ οι αρτηρίες του είναι φρακαρισμένες. Σαν ένα ον σε χειμερία νάρκη, που ταλαντεύεται ανάμεσα στο να ξυπνήσει από τον βαθύ λήθαργο ή να χαθεί για πάντα στον ύπνο του.
Η επίλυση των τριών-τεσσάρων βασικών δομικών προβλημάτων της χώρας, η οποία θα μεταβάλει την αντιπαραγωγική της κατάσταση, περνάει από το προσωρινό ξεβόλεμα από την έτσι κι αλλιώς φθίνουσα κατάσταση στην οποία βρίσκονται περίπου ενός εκατομμυρίου από τα δέκα εκατομμύρια των κατοίκων της. Αυτή μπορεί πολύ σύντομα να φέρει θεαματικά αποτελέσματα.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν ανήκουν αποκλειστικά στον Δημόσιο τομέα. Ούτε, φυσικά, είναι όλος ο Δημόσιος τομέας. Είναι ένα μείγμα από αντιπαραγωγικούς ή άχρηστους δημόσιους υπαλλήλους (ένα μέρος του Δημόσιου τομέα, το οποίο απαξιώνει, δυσφημεί και αποθαρρύνει το υπόλοιπο σημαντικό παραγωγικό δυναμικό του) και ένα άλλο μέρος του λεγόμενου «ιδιωτικού» τομέα, που αποτελείται από συντεχνίες θεσμοθετημένων προσοδούχων ή ομάδων που παρασιτούν το Δημόσιο. Και αυτοί επίσης είναι ένα μικρό υποσύνολο των παραγωγικών και δημιουργικών συναδέλφων τους, που εμποδίζονται κι εκείνοι από τη στρέβλωση να ανοίξουν τα δικά τους φτερά.
Το πολιτικό σύστημα ψευδολογώντας ασύστολα επιτρέπει να αναπτύσσονται ανυπόστατες ελπίδες, από εντελώς γελοίες, όπως τα δισεκατομμύρια των Κινέζων και των Ρώσων (και κάποιων άλλων απίθανων τύπων) που ψάχνουν ευκαιρία να τα πετάξουν στην ελληνική μαύρη τρύπα κι εμείς δεν τους αφήνουμε, ως τις πολεμικές αποζημιώσεις από τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και, γιατί όχι, και από τους Περσικούς πολέμους. Αλλά περιλαμβάνουν και άλλες που φαντάζουν πιο αληθοφανείς αλλά είναι εξίσου φρούδες, σαν τα πετρέλαια-φάντασμα του Αιγαίου, που περιμένουν εκεί εύκολα κι ακίνητα τόσους αιώνες να μας λύσουν το πρόβλημα ότι δεν είμαστε ικανοί να παράγουμε ανταγωνιστικά τίποτε άλλο.
Ποτέ όμως δεν ανοίγει το βασικό θέμα: τι θα παράγουμε και τι θα εξάγουμε σε τιμή και ποιότητα ανταγωνιστική, για να μπορούμε να αγοράσουμε τα αγαθά και τις υπηρεσίες που επιθυμούμε.
Το πολιτικό μας σύστημα επιχειρεί να κρύψει πίσω από φαντασιώσεις και ιδεολογήματα το πραγματικό αυτό ζήτημα, ώστε να συνεχίσει να εξαπατά τα υπόλοιπα εννέα εκατομμύρια των κατοίκων της χώρας. Αλλά εξαπατά ακόμη και αυτό το ένα εκατομμύριο (των οποίων λειτουργεί ως υπεργολάβος με καλό ποσοστό κέρδους) καθώς τους αφήνει να πιστεύουν πως η κατάστασή τους μπορεί να παραμείνει βιώσιμη για μεγάλο διάστημα ακόμη. Ενώ, στην πραγματικότητα, και αυτών ακόμη η θέση θα χειροτερεύει διαρκώς στον δρόμο προς τη συλλογική φτώχεια, καθώς πριονίζουν συστηματικά το κλαδί επάνω στο οποίο κάθονται.
Κανείς από τους υφιστάμενους καθεστωτικούς πολιτικούς φορείς και τους ανθρώπους τους δεν φαίνεται να διαθέτει τα απαιτούμενα εφόδια, τη θέληση, τη γνώση, τη δυνατότητα, την πειθώ, το κύρος, το τσαγανό, τα α@@α (επιτρέψτε μου να υπονοήσω τη λέξη), ώστε να επιχειρήσει και να επιτύχει να διαλύσει τις ψευδαισθήσεις των άλλων.
Μάλλον διότι σε αυτόν τον τόπο οι περισσότεροι (ίσως και οι ίδιοι ακόμη οι παραγωγοί των ψευδαισθήσεων) ζουν σε μια ατομική και κάπως οικογενειακή ψευδαίσθηση, που μετατρέπεται αυτόματα σε συλλογική. Έτσι η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, χώρες με μικρότερο περιθώριο βελτίωσης από το δικό μας, πορεύονται τον δικό τους δύσκολο, μακρύ, αλλά τουλάχιστον, συντομότερα ή αργότερα, ανοδικό δρόμο.
Ενώ εμείς συνεχίζουμε μες στη μιζέρια και τη γκρίνια τον δικό μας, τον καταδικό μας, πολύ πιο δύσκολο αλλά κυρίως αενάως κατηφορικό δρόμο, όσο η αληθινή φούσκα δεν σκάει: η φούσκα του μυαλού μας.

Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος



Μια επίσκεψη στη μητέρα μου


Share/Bookmark
Όπως έχω ομολογήσει σε ανύποπτο χρόνο, στο σπίτι μου στερούμαι τηλεόρασης. Μην πάει το μυαλό σας στο κακό. Διαθέτω, ευτυχώς, όλα όσα έκρινα αναγκαία για την ψυχική μου γαλήνη: ψυγείο, κουζίνα, μίξερ, κλιματιστικό, πλυντήριο, υπολογιστές, προβολικό για να βλέπω κινηματογραφικά έργα, μια αρκετά ενημερωμένη βιβλιοθήκη, μέχρι και δυο ενυδρεία. Ανέκαθεν εξάλλου πίστευα ότι κάθε άνθρωπος είναι τόσο ελεύθερος όσο και το μέγεθος των αναγκών του.

Σήμερα επισκέφθηκα τη μητέρα μου, η οποία ζει πλέον μόνη εδώ και ενάμιση χρόνο περίπου.

Είναι 76 ετών και διαθέτει δύο τηλεοράσεις, όπως πολλοί άνθρωποι της ηλικίας της. Σε τέτοιου είδους κοινωνικές επισκέψεις πολλές φορές παρακολουθώ κανένα τηλεοπτικό κανάλι. Παλαιότερα, όταν ζούσε και η ηλικιωμένη θεία μου, συνέβαινε και με εκείνη όταν την επισκεπτόμουν να ενημερώνομαι για τις εφήμερες προσωπικότητες της επικαιρότητας χαζεύοντας μαζί της την τηλεόραση. Μου συμβαίνει ακόμη και σήμερα με μερικούς φίλους, που θεωρούν καλό και ευγενές να ανοίγουν την τηλεόραση όταν έχουν επισκέψεις.

Εγώ πάλι παρακολουθώ ό,τι μου φαίνεται ενδιαφέρον μέσω διαδικτύου, όπου είναι πλέον διαθέσιμες και τηλεοπτικές εκπομπές, μαζί με πολλά άλλα.

Έτσι σήμερα, λοιπόν, παρακολουθήσαμε το δελτίο ειδήσεων του Σκάι, σχολιάζοντας την επικαιρότητα.

Στο δελτίο αυτό επί μισή και πλέον ώρα είδαμε τα ακόλουθα τρία θέματα:

Αρχικά μια ακατανόητη συζήτηση για τη διαταραγμένη σχέση της Νέας Δημοκρατίας με τους ψηφοφόρους της, η οποία διαταραχή οφείλεται στο ότι η ΝΔ, παρότι πιστεύει ακράδαντα στον κοινωνικό φιλελευθερισμό, έχει αναγκαστεί από την κατάσταση να μπήγει φόρους όπου κι όπως βρει. Έτσι έλεγαν οι παράξενοι αυτοί άνθρωποι, δημοσιογράφοι και κάποιοι πολιτικοί υποθέτω, οι οποίοι έδειχναν διαταραγμένοι οι ίδιοι από το γεγονός της διατάραξης της αλλόκοτης τούτης σχέσης και τα αίτιά του.

Μετά εμφανίστηκε ένας κύριος Χατζημαρκάκης, ο οποίος, εξ όσων κατορθώσαμε να καταλάβουμε από όσα έλεγε με τα παράδοξα ελληνικά του, ήταν βουλευτής του FDP, κι όταν πήρε χαμπάρι πως δεν πήγαινε καλά το μαγαζί γιατί το ανέλαβε ένας παλιο-βιετναμέζος Γερμαναράς, είδε το φως το αληθινό. Συνειδητοποίησε πως δεν ήταν πλέον φιλελεύθερος κι έκανε το δικό του come-out. Τάβαλε με τους Γερμαναράδες συλλήβδην (αυτούς που τον τάιζαν και τον ψήφιζαν τόσον καιρό) και τώρα θέλει να κάνει τη συμμαχία του Νότου, μαζί με τους Ιταλούς και τους Ισπανούς μάλλον. Οι οποίοι, όμως, μας έχουν χεσμένους και ούτε να τ' ακούσουν δεν θέλουν, μήπως και μαθευτεί πως νταλαβερίζονται μαζί μας. Μ' αυτά και μ' εκείνα έβαλε πλώρη για τη γη των προγόνων «χωρίς ταμπέλες και ιδεολογίες», μπας και τον υιοθετήσουν αυτοί, ώστε αν εκλεγεί να ενταχθεί στην ομάδα των σοσιαλδημοκρατών, αν δεν προλάβει να ενταχθεί πρωτύτερα, απ' ό,τι κατάλαβα, το ΠΑΣΟΚ, πούχει κρυφτεί πίσω από τους 58. Bon pour l’Orient, που λένε κι οι Γάλλοι. Το τουρκικό σήριαλ πούχαμε παρακολουθήσει νωρίτερα μου φάνηκε πιο ρεαλιστικό και κατανοητό, είναι αλήθεια.

Τέλος είδαμε ένα ρεπορτάζ για τα σκουπίδια, κυριολεκτικά: Για ώρα βλέπαμε διάφορους ανθρώπους να ψάχνουν σε κάδους στην πρώην αστική Φωκίωνος Νέγρη και μια αλλοδαπή περιπτερού να το σχολιάζει με κατανόηση και αποτροπιασμό. Η πρακτική αυτή, που ενδεχόμενα έχει ενταθεί τελευταία λόγω και της ζήτησης ανακυκλώσιμων υλικών, ανέκαθεν συνέβαινε στη χώρα των νεοελλήνων, που συνηθίζουν να πετούν στα σκουπίδια τα πλέον πολύτιμα υπάρχοντά τους, αντικαθιστώντας τα με τις μόδες των καιρών. Όλα τα παλαιοπωλεία έτσι έχουν γεμίσει. Σε μια χώρα πολλών κακόγουστων, τα σκουπίδια ήταν πάντοτε χρυσωρυχείο για τους κάπως ψαγμένους και τους ενδιάμεσους. Όμως οι ελαφρώς διαταραγμένοι κύριοι της πρώτης συζήτησης και ο θλιμμένος δημοσιογράφος διαπίστωναν διαδοχικά με ταραχή και μια ελαφρά δόση αηδίας: "Εμείς που κάποτε τα σιχαινόμαστε γιατί είναι «γεμάτα μικρόβια» τώρα τα ψάχνουμε", έλεγε η πρώτη. "Εγώ τα βλέπω αυτά κάθε μέρα στο Κολωνάκι που διαμένω", παρατηρούσε με προσποιητή έκπληξη ο άλλος. "Κι εγώ στον Χολαργό", σιγοντάριζε η έτερη. Και στα Πατήσια και στα Παρίσια, λοιπόν.

Η μητέρα μου κουνούσε το κεφάλι με την καχυποψία του ανθρώπου που κατανοεί ότι παρακολουθεί ένα σουρεαλιστικό θέαμα. Αλλά συνεχίζει να το παρακολουθεί.

Αυτά ήταν τα θέματα ενός σοβαρού καναλιού της TV σε μια ημέρα που οι τράπεζες της Ισπανίας βγαίνουν επίσημα από τον μηχανισμό στήριξης, ενώ οι δικές μας ετοιμάζονται να βουλιάξουν παραμέσα, μαζί με τις αποταμιεύσεις των ανθρώπων (για όσους ενδιαφέρονται για το θέμα ας δουν τη λιγότερο διασκεδαστική ανάρτησή μου Η Ισπανία, εμείς και οι φούσκες μας" ).

Την ίδια ημέρα που συντελείται μια σημαντικότατη γεωπολιτική αλλαγή επαναπροσέγγισης του Ιράν με τις ΗΠΑ, ως συνέπεια της συγκροτημένης και συγκρατημένης πολιτικής της Δύσης υπό την ηγεσία του Προέδρου Ομπάμα, που σε αντίθεση με τους φανατικούς προκατόχους του κατόρθωσε να ενισχύσει τις μεταρρυθμιστικές δυνάμεις στην Τεχεράνη. Ο Ιρανός μεταρρυθμιστής Πρόεδρος Rouhani μιλώντας νωρίτερα στο Νταβός είχε δηλώσει πως "η φιλία ανάμεσα στο Ιράν και τις ΗΠΑ μπορεί να ξαναχτιστεί ", ενώ οι διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα προχωρούν και υπάρχει προοπτική να ανοίξει και πάλι η αμερικάνικη πρεσβεία στην Τεχεράνη, τριάντα χρόνια περίπου μετά τα γεγονότα της επανάστασης και ενώ το Ιράν έφτασε στα πρόθυρα εμπόλεμης ρήξης με τη Δύση. Αλλαγές με τεράστια σημασία για την Ευρώπη και ειδικά για τη χώρα μας.

Φυσικά, ελάχιστα απασχόλησαν το δελτίο τα αδιάφορα και ποταπά αυτά γεγονότα.

Τότε κατάλαβα γιατί τίποτε δεν προχωρεί στην Ελλάδα.

Η ελληνική μεταρρύθμιση (σε αντίθεση ακόμη και με την Ιρανική ομώνυμή της) μετεωρίζεται ανάμεσα στη δυσκοίλια σοβαρότητα, τη μεγαλόστομη ιδιοτελή σοβαροφάνεια και την απλή κατινιά. 


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος



Wednesday, January 22, 2014

Τρομοκράτη Ξηρού το Ανάγνωσμα


Share/Bookmark
Παρακολούθησα το από άμβωνος κήρυγμα του Ξηρού.

Όλο βεβαιότητες και πίστεις. Καλόγερος κάποιας μεσαιωνικής σέχτας. Με κόκκινη κάπα (αντί για την παραδοσιακή καφέ των Ιησουιτών), την ανάλογη κουρά (tonsure), τον τόνο του ψαλμού καθώς διαβάζει τα απόκρυφα ευαγγέλια, τις ντεμοντέ κακόγουστες φωτογραφίες κάποιων παλιών αγίων, το ύφος, τον ρυθμό, τη γλυκερή επανάληψη και μηχανικότητα της άρθρωσης.


Ίσως να έπαιξε ρόλο κι η καταγωγή του. Παπαδοπαίδι. Άλλους τους βοηθάει η εμπειρίααυτή να δουν τα πράγματα αλλιώς. Πιο καθαρά. Άλλους τους βυθίζει. Αυτός μάλλον δεν τάντεξε. Απόμεινε ένας κακόγουστος, καρναβαλικός υπηρέτης ενός άλλου σκοτεινού Θεού. Του Θεού του πείσματος και του μίσους.

Δεν θυμώνω με τον Ξηρό. Ούτε με την απόδρασή του. Και στις ταινίες του Χόλυγουντ συχνά διαφεύγουν οι άνθρωποι - τέρατα από το κλουβί τους. Για σκεφτείτε σε πόσες και πόσες ο σατανικά κακός δραπετεύει και απειλεί πάλι τον κόσμο. Απέναντι στον Μπάτμαν ή στους x-men.


Μου φαίνεται μόνο απίστευτη η γαϊδουριά αυτών που, από δόλο ή από αμέλεια, από απλή ηλιθιότητα, επέτρεψαν να συμβεί. Ίσως η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που το κράτος ξεφτιλίζεται τόσο πολύ, σε τέτοια έκταση, δημιουργώντας κίνδυνο για τους πολίτες από ένα σαλεμένο μέλος μιας σαλεμένης αίρεσης, και δεν υπάρχει ένας, μα ένας να αναλάβει την ευθύνη. Μια παραίτηση, βρε αδελφέ. Έτσι, για τα μάτια του κόσμου.

'Η σκέφτεσαι πάλι πως όλο αυτό είναι η σκευωρία ενός επίδοξου Μπάτμαν, ενός Joker, που περιμένει να σώσει τον κόσμο από την απελπισία του τρόμου, αφού πρώτα τον 
βυθίσει σε αυτόν.


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος


Το πρόβλημα των Αστυνομικών δεν είναι ο μισθός


Share/Bookmark
Κάθε φορά που πας σε ένα αστυνομικό τμήμα και βλέπεις όλα αυτά τα νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, σχεδόν έφηβους πολλές φορές, να βαράνε σφραγίδες σε «γνήσια της υπογραφής» και να κουβαλάνε χαρτιά από δω κι από κει σε πρωτόκολλα και σκουριασμένα ντουλάπια, γραφιάδες 19 και 20 χρονών, σκέφτεσαι τα αυτονόητα: Πώς είναι δυνατόν νέοι, υγιείς, δυνατοί άνθρωποι, με φρέσκια την όποια εκπαίδευση έλαβαν, που θάπρεπε νάναι γεμάτοι φιλοδοξία, αποφασιστικότητα, να μην ασχολούνται με την εργασία τους; Πώς γίνεται να μη βρίσκονται στον δρόμο, να επισκέπτονται τους πολίτες σε κάθε πρόβλημα ασφάλειας ή τήρησης του νόμου, να κάνουν περιπολίες παντού και διαρκώς, να ερευνούν να συλλάβουν τους κακοποιούς;

Όχι τους μεγάλους μόνο, αλλά τους άλλους τους μικροεγκληματίες, τους μικροδιαρρήκτες, αυτούς με τους οποίους η αστυνομία πλέον σχεδόν δεν ασχολείται, τροφοδοτώντας το αίσθημα ανασφάλειας, αδικίας και ματαιότητας του πολίτη, ο οποίος απαξιώνει το κράτος του.

Ναι, είναι σημαντικοί οι μεγαλοαπατεώνες σαν τον Τσοχατζόπουλο ή τον Γριβέα, ή οι ληστές των ταμείων και τόσοι άλλοι, αλλά για τον πολίτη που έχει μια διαφορά με τον γείτονά του, με τον συμπολίτη του, τον άνθρωπο που μπράβοι και μαφίες απειλούν τη δουλειά του, ένα μικρό καφενείο, το μαγαζί, την επιχείρησή του, για τον ηλικιωμένο, τον αδύναμο (αλλά και τον δυνατό) τον μετανάστη που τους χτύπησαν στο δρόμο ή στην είσοδο της πολυκατοικίας τους, τους έκλεψαν την τσάντα, τη σύνταξη, τα λίγα λεφτά τους, τα χαρτιά τους, για τον πολίτη που του κατέστρεψαν το αμάξι του οποίου ακόμη με δυσκολία πληρώνει τις δόσεις και τα τέλη και τα τεκμήρια, αυτόν κυρίως που διέρρηξαν το σπίτι του, που μαγάρισαν τον προσωπικό του χώρο, αυτά τα γεγονότα είναι πολύ σημαντικότερα.

Είναι το μεγαλύτερο μέρος ή η ίδια η ζωή των καθημερινών ανθρώπων.

Είναι συντριπτικά πλήγματα στην ελευθερία και στα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Είναι ο κακός σπόρος του φόβου, αυτός από τον οποίο φυτρώνουν τα άνθη του κακού.

Όποτε έχω βρεθεί σε τέτοια περίπτωση, είχα την αίσθηση ότι η αστυνομία δίνει πλέον απλά συλλυπητήρια στους πολίτες με μια αίσθηση αδυναμίας και ματαιότητας. Νέα παιδιά, θλιμμένα και τα ίδια από αυτά που ανήμποροι αντικρίζουν, επιχειρούν όπως όπως να στηρίξουν ψυχολογικά τον παθόντα και με δικό τους ψυχολογικό κόστος, σαν να πηγαίνουν σε κηδεία. Αντί να ψάξουν για ενδείξεις, για στοιχεία που θα οδηγούσαν στον ένοχο, να δείξουν ότι κάτι και κάπως ψάχνουν, να δώσουν τουλάχιστον την αίσθηση ότι το κράτος θα φροντίσει όσο και όπως μπορεί, πως έχει μέθοδο και σύστημα.

Αυτό σε μια χώρα που έχει έναν από τoυς υψηλότερους δείκτες κατά κεφαλήν αστυνομικών στην Ευρώπη. Κι ύστερα σούρχεται στον νου όλη αυτή η εικόνα στις υπηρεσίες και στα Τμήματα, η σπατάλη ενέργειας, χρημάτων, ανθρώπινων πόρων, η ταπείνωση των ονείρων νέων ανθρώπων που οι περισσότεροι ανάμεσά τους (το βλέπεις και το αισθάνεσαι όταν μιλάς μαζί τους) είναι έτοιμοι να προσφέρουν, να το παλέψουν, να κάνουν ό,τι καλύτερο, παρά την ελλιπή εκπαίδευση, παρά τον κακό εξοπλισμό τους, παρά τη χαμηλή αμοιβή τους, παρά το ότι βάζουν κι από την τσέπη τους πολλές φορές για ν' αγοράσουν ό,τι χρειάζονται, για να κάνουν τη δουλειά τους. Αρκεί να τους δοθεί μια ευκαιρία, μια αίσθηση ευθύνης, ένα κίνητρο, λίγη αξιοπρέπεια, μια αναγνώριση, κάποιο νόημα στην επικίνδυνη και δύσκολη δουλειά τους.

Και λες: Μα δε μπορεί να μην τόχουν σκεφτεί οι ιθύνοντες.

Μάλλον όμως οι αραγμένοι στα γραφεία, οι πρόωρα γερασμένοι, προτιμούν να τους κάνουν σαν τα μούτρα τους, γιατί αλλιώς θα λάμψει κι η δική τους υπεκφυγή, το δικό τους ακυρωμένο όνειρο, το δικό τους βόλεμα.

Και δεν μπορείς να εμποδίσεις και μια δεύτερη σκέψη: Κάποιους άλλους ίσως, τους προϊσταμένους, το πολιτικό μας σύστημα, το καθεστώς, ο καθημερινός τρόμος του απλού πολίτη δεν τους αφορά, γιατί διαβιούν αλλού, σε άλλες συνοικίες, σε άλλες πόλεις, σε άλλους κόσμους.

Ίσως να τους βολεύει κιόλας. Ίσως μάλιστα να ζουν, έμμεσα ή άμεσα, ακριβώς από αυτόν. 


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος




 Μπράβο στον συντάκτη του άρθρου! 



Παρότι θα έπρεπε...Από τον Scepticus Batsicus.
EYEDOLL.GR|BY CRYSTALWEB

Tuesday, January 21, 2014

Υπάρχουν τριών ειδών ψεύδη: τα συνήθη, τα καταστρεπτικά και η στατιστική


Share/Bookmark
Υπάρχουν τριών ειδών ψεύδη: τα συνήθη, τα καταστρεπτικά και η στατιστική

"Μείωση στο 18,95%, από 20,57% τον Νοέμβριο, παρουσίασε το ποσοστό της ανασφάλιστης εργασίας τον Δεκέμβριο του 2013, σύμφωνα με τα στοιχεία του Επιχειρησιακού Σχεδίου «ΑΡΤΕΜΙΣ», που παρουσίασε την Τρίτη ο υπουργός Εργασίας, Γιάννης Βρούτσης.
Παρά ταύτα, «οι στοχευμένοι έλεγχοι της ανασφάλιστης εργασίας που διεξάγονται, κατά βάση σε κλάδους και δραστηριότητες υψηλής παραβατικότητας, φανερώνουν ότι η ΚΑΤΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΗ ανασφάλιστη εργασία παρουσιάζει ισχυρές τάσεις αποκλιμάκωσης μετά την εφαρμογή του Σχεδίου ΑΡΤΕΜΙΣ» επεσήμανε ο υπουργός Εργασίας Γιάννης Βρούτσης, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα των ελέγχων αυτών." πηγή kathimerini.gr

Ο υπολογισμός, υπονοεί το δημοσίευμα, προκύπτει σε σύγκριση με το αντίστοιχο ποσοστό της ΚΑΤΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΗΣ ανασφάλιστης εργασίας. Πίσω από την κορυφή της οποίας κρύβεται το παγόβουνο της ΜΗ ΚΑΤΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΗΣ ανασφάλιστης εργασίας. Γιατί δεν είναι δυνατόν να καταγραφεί σε μια χώρα που κάποιος οφείλει θεωρητικά να πληρώσει εισφορές στον εαυτό του ακόμη και γιατί έβαψε μόνος του το σπίτι του.

Τι μπορεί να συμβεί σε μια χώρα με 30% ανεργία (70% στους νέους) όπου οι ασφαλιστικοί φορείς απορροφούν το 40 φεύγα %, του κόστους ενός μισθωτού εργαζόμενου και μέχρι πάνω από 100% των εισοδημάτων ενός "ελεύθερου επαγγελματία" (στην ουσία μισθωτοί με μπλοκάκι) για να επιστρέφουν ταπεινωτικές υπηρεσίες και ανύπαρκτες συντάξεις;

Το μεγαλύτερο μέρος από τα δύο εκατομμύρια άνεργους που φυτοζωούν, πώς επιβιώνουν νομίζετε; Με την ελεημοσύνη του κράτους; Μήπως ζώντας εκτός ασφαλιστικού συστήματος, εκτός εργασιακών κανονισμών, εκτός στατιστικών; Κι άλλοι τόσοι εργαζόμενοι που άλλα δηλώνονται κι άλλα είναι με την συνενοχή του κράτους, το οποίο ενδιαφέρεται απλά για το πόσα θα αρπάξει;

Τι θα συνέβαινε αν όλοι πλήρωναν τις μη-βιώσιμες ασφαλιστικές εισφορές σύμφωνα με τα προβλεπόμενα; Ποιος τελικά θα τις πλήρωνε; Από ποιανού τις τσέπες θάβγαιναν αυτά τα λεφτά και σε ποιανού θάμπαιναν; Μήπως από τις άδειες τσέπες των μισθωτών, τις ακόμη πιο άδειες των καταναλωτών και τις εντελώς άδειες των ανέργων; Σε ταμεία που ζουν για τους υπαλλήλους και τους διαχειριστές τους; Που σε αυτούς που εργάστηκαν όλη τους τη ζωή και πλήρωναν εισφορές δυσανάλογες καταβάλλουν πεντακόσια ή εξακόσια ευρώ; Που ακόμη πληρώνουν συντάξεις ανύπαντρων θυγατέρων, "τυφλών" και άλλων λαμόγιων και δεν βρίσκουν λεφτά για τα φάρμακα των καρκινοπαθών;

Απλώς οι άνεργοι θα λιμοκτονούσαν και οι όποιες επιχειρήσεις θάκλειναν με τιμές καταναλωτή ασύλληπτες και δίχως πελάτες. Και το αστείο με τα ασφαλιστικά ταμεία θα τελείωνε μια ώρα αρχύτερα: ή θα βούλιαζαν άμεσα ή θα κρατούσαν λίγο ακόμη με τα ρέστα τους, να πληρώνουν υπαλλήλους και λαμόγια, γιατί δεν θάμενε και κανείς "ασφαλισμένος" στη χώρα που να δικαιούται οποιασδήποτε ξεφτιλισμένης παροχής.

Πώς αφαιρούνται άραγε από τους υπολογισμούς οι ευκαιριακοί παράγοντες της μικρής εποχικής ή περιστασιακής αύξησης ασφαλιστικών εσόδων (ρυθμίσεις κλπ); Πώς συσχετίζονται τα δύο φαινόμενα; Προφανώς, αθεόφοβοι, η ΚΑΤΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΗ ανασφάλιστη εργασία μπορεί να δείχνει ότι αυξάνει όσο η συνολική εργασία θα μειώνεται καθώς το σύνολο των εργαζομένων μειώνεται. Κι ακόμη όσο τα δύο εκατομμύρια άνεργοι δεν θα καλύπτονται ασφαλιστικά από κανέναν.

Η κυβέρνησή μας και η αντιπολίτευσή της διακρίθηκαν σε όλα τα είδη ψεύδους. Αλλά σε έναν τομέα διέπρεψαν διεθνώς και κατόρθωσαν να επιτύχουν και να διατηρήσουν με τρόπο βιώσιμο τη μία και μοναδική αριστεία της χώρας, από το πρωτογενές πλεόνασμα ως την ανασφάλιστη εργασία: στη στατιστική.

Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος



Sunday, January 19, 2014

Συλλογικότητα και ηγεσία στον χώρο της μεταρρύθμισης


Share/Bookmark
(Αναδημοσιεύω ένα σχόλιο μου σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση περί συλλογικότητας και ηγεσίας στο χώρο της μεταρρύθμισης:)

Η διαδικασία της αυτόβουλης ένωσης πολλών ελεύθερων ατόμων γύρω από μια κοινή επιδίωξη συμπίπτει κατά κάποιον τρόπο με τη διαδικασία ανάδειξης ηγεσίας.

Η ανάδειξη ηγεσίας, συγχωρήστε μου την προκλητική διατύπωση, είναι κυρίως υπόθεση αυτού που την προσφέρει και όχι αυτού που τη διεκδικεί.

Ισχυρές δημοκρατικές κοινωνίες είναι αυτές που παρέχουν την παιδεία στα μέλη τους μέσω της οικογένειας, της εκπαίδευσης και του δημόσιου λόγου, ώστε να αναπτύξουν τα εργαλεία για να καταστούν ικανά να περιορίζουν τη δική τους φιλοδοξία στα μέτρα των δυνατοτήτων τους. Ώστε αφενός να μην απογοητεύονται τα ίδια αποτυγχάνοντας να κάνουν κάτι που δεν δύνανται, αλλά να στοχεύουν σε πράγματα εφικτά στα όρια των δυνατοτήτων τους. Και αφετέρου να προγραμματίζονται να αναζητούν αυτούς που έχουν τις δυνατότητες για τα υπόλοιπα, τα παραπάνω, προστατεύοντας το σύνολο (και επομένως και τους ίδιους) από τη δική τους αποτυχία.

Είναι δηλαδή μια διαδικασία αυτογνωσίας, που αποτρέπει τους ανθρώπους από το να γοητεύονται από ρόλους που τους ξεπερνούν αλλά τους επιτρέπει να διαπραγματεύονται με κάποιον τρόπο τη δική τους θέση εντός του σκηνικού.

Εάν τα μέλη μιας ομάδας, μιας κοινωνίας, δεν έχουν μάθει από παιδιά να προσφέρουν αλλά μόνο να δέχονται προσφορές, αν η πρόθεσή τους δεν είναι να αναζητούν να αναγνωρίσουν το ανώτερο για να του παραχωρήσουν συνειδητά εξουσία προς ίδιο συμφέρον, τότε η συζήτηση επί της μεθόδου παραχώρησης εξουσίας ξεκινά από λάθος βάση, έχει σκοπό αλλότριο.

Οι πολίτες των δημοκρατικών κοινωνιών έχουν σε μεγαλύτερο βαθμό ενσωματωμένες στο λογισμικό τους την προσφορά, την παραχώρηση (τίποτα φυσικά δεν είναι τέλειο, είμαστε πολύ μακριά από εκεί). Εν συνεχεία επιχειρούν να θεσπίσουν μηχανισμούς και διαδικασίες που αποτρέπουν την περιθωριοποίηση του ανώτερου, του καλύτερου.

Εάν υπάρχει σε ικανό βαθμό αυτή η ψυχική βάση, τότε η κατάλληλη μέθοδος συμμετοχής και τα όριά της έχουν να κάνουν κυρίως με την ευθύνη, τη γνώση, την προσωπική επένδυση, την πληροφόρηση, την ενασχόληση, τον χρόνο των παραχωρούντων την εξουσία. Και με την αποτροπή της δημιουργίας μηχανισμών που κατευθύνουν, όπως η δημοκρατία της μάζας.

Αν αυτή η ψυχική βάση δεν υπάρχει ή υπάρχει σε περιορισμένο βαθμό, τότε η όποια μέθοδος θα οδηγεί σε λάθος αποτέλεσμα, γιατί το ζητούμενο είναι εξαρχής άλλο.

Η μόνη μέθοδος επιβίωσης για ένα σύστημα που στερείται δημοκρατικής κουλτούρας (δηλαδή ενός λογισμικού που αυτοπεριορίζει το Εγώ στα μέτρα του και το κάνει να αναζητά λογικά σκεπτόμενο το συμφέρον του στο Εγώ κάποιου άλλου και διαμέσου αυτού στο Εμείς) είναι κάποιας μορφής αυταρχισμός.

Η μακρά κι ατελεύτητη μεταβατική περίοδος της σύγχρονης Ελλάδας μετεωρίζεται επικίνδυνα ανάμεσα στους δύο κόσμους. Μια γέρνει από τη μεριά της δημοκρατίας (δηλαδή της λελογισμένης παραχώρησης εξουσίας μέσα από συμμετοχικούς μηχανισμούς που προϋποθέτουν επένδυση, αυταπάρνηση, ευθύνη και κυρίως ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ στον άλλο) και μια του αυταρχισμού, που ταυτίζεται με τη γενικευμένη διάχυση της ευθύνης, ώστε να καταφέρει να επιβιώσει, έστω και σε ένα κατώτερο επίπεδο, και υλικό και πνευματικό.

Δεν έχω την απάντηση τι από τα δύο θα κερδίσει. Πού θα κάτσει η μπίλια, τι θα βγει από μέσα μας. Δεν κρύβω, βέβαια, ότι δεν είμαι πολύ αισιόδοξος.


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος



Saturday, January 18, 2014

Κακομελέτα κι έρχεται...


Share/Bookmark
Να θυμίσουμε ότι ο κ. Καραμανλής ο Μικρός, στην τελευταία ή προτελευταία ευκαιρία αναθεώρησης του Συντάγματος (ποιος θυμάται πια τις χαμένες ευκαιρίες), είχε απωθήσει την τότε πρόταση απεμπλοκής της εκλογής του συμβολικού Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διενέργεια εκλογών, για ευκαιριακούς λόγους . Όπως και οι προκάτοχοί του και ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου, που του "ξέφυγε".


Έτσι η χώρα απόμεινε η μόνη στην Ευρώπη, και ίσως στον κόσμο, με δύο εκλογικούς κύκλους, έναν ουσιαστικό κι έναν ανούσιο, που διασταυρώνονται καταστροφικά.

Τον κανονικό τετραετή κύκλο της κοινοβουλευτικής θητείας και τον άλλον, τον πενταετή, της θητείας ενός συμβολικού προσώπου (της Προεδρικής θητείας), για την εκλογή του οποίου απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία, ενώ η επίτευξη της εκλογής του συνδέεται με τη διακοπή του κοινοβουλευτικού κύκλου, σε οποιαδήποτε στιγμή, όσο κρίσιμη και αν είναι αυτή.

Έτσι το κοινοβούλιο απομένει έρμαιο πολιτικάντικων εκβιασμών που η εκάστοτε αντιπολίτευση και κυβέρνηση χρησιμοποιούν, για να πετούν πάλι το μπαλάκι στους πολίτες καταπώς τους συμφέρει, ώστε να αποφύγουν να υποχρεωθούν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους και να λογοδοτήσουν στο τέλος της θητείας τους.

Κι ενώ στην γειτονική Ιταλία (που είναι μια χώρα που είχε πρόβλημα ολοκλήρωσης των κοινοβουλευτικών κύκλων) οι εκλογές προκαλούνται λόγω λαϊκισμού από την αδυναμία του κοινοβουλίου να εκλέξει αυτούς που ασκούν την εξουσία, στη χώρα μας συμβαίνει διότι το κοινοβούλιο αδυνατεί να εκλέξει κάποιον που ΔΕΝ ΑΣΚΕΙ ΕΞΟΥΣΙΑ.

Παρωδία ή κουτοπόνηρο έγκλημα;

Πάντα στο όνομα του λαού και της ελεύθερης έκφρασής του, που συνοψίζεται σε ένα πράγμα: ψήφιζε, ψήφιζε όλο και κάτι θα μείνει και για μας.


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος








Wednesday, January 15, 2014

Διαδικασία και ουσία


Share/Bookmark
Το ρωμέϊκο στον δημόσιο χώρο συγχέει με αξιοθαύμαστη κι αδιάλειπτη συνέπεια και συνέχεια (μία από τις λίγες της φυλής) τη διαδικασία με την ουσία. Στην πραγματικότητα αποφεύγουμε την ουσία δια της διαδικασίας η οποία μετατρέπεται σε αυτοσκοπό και χαρίζει ένα είδος αυτοϊκανοποίησης, ευρύτερα γνωστό με ένα κοινότατο ουσιαστικό. Όποιος έχει ασχοληθεί με διαγωνισμούς, αξιολογήσεις, συνελεύσεις, διαχείριση, αποφάσεις, εκλογές, πολιτική, γραφειοκρατία, νόμους, προφήτες και άλλα τινά παρόμοια κι έχει επιβιώσει απ' αυτά, τo γνωρίζει αρκετά καλά.

Δεν ξεκινούμε ποτέ με το ερώτημα: "πού ακριβώς θέλουμε να πάμε και με ποιους συγκεκριμένα; τι ακριβώς θέλουμε να αγοράσουμε και πότε; τι έργο να υλοποιήσουμε; τι να επιτύχουμε;", να οριοθετήσουμε προτεραιότητες και στόχους και εν συνεχεία να σχεδιάσουμε το πώς. Να προσαρμόσουμε δηλαδή τις διαδικασίες στο ζητούμενο. Να ορίσουμε θεσμούς που με τη σειρά τους αποκτούν ονοματεπώνυμο και μετατρέπονται σε συγκεκριμένους υπευθύνους με σάρκα και οστά, οι οποίοι οφείλουν να κρίνουν και να αποφασίσουν προσωπικά μετά λόγου γνώσεως και ευθύνης, και εν συνεχεία να κριθούν κι αυτοί με τη σειρά τους για τις συνέπειες των αποφάσεών των. Δηλαδή να κάνουμε οικονομία, πολιτική, διοίκηση ή απλά νοικοκυριό, να παράγουμε ηγεσία. Το αποφεύγουμε όμως αυτό για κάποιο λόγο εθνικής ιδιοσυγκρασίας, όπως ακριβώς ο διάβολος αποφεύγει το φρικτό λιβάνι.

Διαθλούμε τις ευθύνες των επιλογών και των αποφάσεων σε ομάδες, σε επιτροπές, σε μεγαλύτερες επιτροπές, σε ακόμη μεγαλύτερες επιτροπές, σε τιτανοτεράστιες επιτροπές, αν είναι δυνατόν στον κόσμο όλον. Συνήθως δε η διάθλαση αυτή, η εσώτερη πίστη στην ουσία της διαδικασίας, συναρτάται με το υπερμέγεθες Εγώ μας, με μια αδικαιολόγητη πίστη στον εαυτόν, που δεν αποδέχεται άλλον εαυτόν ανώτερον. Σύνηθες αποτέλεσμα της θαλπωρής κάποιας Αγίας κι ευλογημένης ελληνικής οικογένειας, που εξασφαλίζει τον παράδεισο του ακαταδίωκτου, τη συγνώμη της αυτοϊκανοποίησης, τη φενάκη της κακομαθημένης εξουσίας. Εκεί λοιπόν, στον χώρο του Κυνόδοντος, όλα είναι ουσία (δηλαδή άνευ όρων εξουσία) και διαδικασία μηδέν. Όλα επιτρέπονται, αρκεί το κύτταρο να επιβιώσει με όλα τα πολύτιμα βλαστοκύτταρά του. Κανόνας ουδείς, πλην αυτού του ισχυροτέρου, του έχοντος τα λεφτά, την πορτοφόλα, το πάνω το χέρι, για όσο τάχει κι αυτός ο κακομοίρης.

Όξω οι διαδικασίες από την οικογενειακή μας πόρτα! σαν τα σκουπίδια, στην αυλή της "δημοκρατίας", όπου σωριάζονται σωρός μεγάλος.

Βυθιζόμεθα ούτω πως για ώρες, εβδομάδες, μήνες, χρόνια, δεκαετίες ακόμη σε ατέρμονες κι εσώκλειστες συζητήσεις επί των διαδικασιών που δεν αφορούν κανέναν, πέραν όσων με ενάργεια συμμετέχουν σε αυτές. Και καμιά φορά ούτε και αυτών όλων, διότι ορισμένοι, παρότι καταφανώς βαριούνται, παραμένουν ως αιχμάλωτοι, μηχανικά - μάλλον δεν θάχουν κάτι καλύτερο να κάμνουν.

Εξαντλούν όμως με βεβαιότητα την υπομονή και την ενέργεια, την stamina αγγλιστί, όσων ενδεχόμενα θα εξεδήλωναν ένα ενδιαφέρον, μία προδιάθεση, μία επιθυμία για την καταραμένη κι εγκαταλειμμένη ουσία, οι οποίοι αντιδρούν με τη φυγή προς την επιβίωση και ίσως προς κάποιας μορφής ελευθερία, αφήνοντας τον χώρο και τον χρόνο ελεύθερους στους εραστές της διαδικασίας.

Οι εκτός, οι απέξω, οι αναμένοντες το αποτέλεσμα του διαγωνισμού και το συνακόλουθο έργο, οι τρέχουσες εξελίξεις, το καθήμενον χρήμα στα θησαυροφυλάκια του κράτους που καταλήγει στις τσέπες των επιτηδείων, οι διεθνείς συνθήκες, οι επιχειρήσεις, οι νοικοκυρές, οι κομμώτριες και οι καθηγητές, οι αγρότες, οι μετανάστες, οι καλλιτέχνες και οι πόρνες, οι οραματιστές, οι διανοούμενοι, τα τσόλια και οι κάγκουρες και τέλος οι απελπισμένοι, αυτό το συνονθύλευμα που εν γένει αποκαλούμε κάπως υποτιμητικά ο «λαός», σκέφτονται μοιραία λαϊκώς, με ανυπομονησία ή πλησμονή ανάλογα με την πλευρά στην οποία ετάχθη ο καθείς, κι απορούν: «εδώ ο κόσμος χάνεται και το μ@@@ί χτενίζεται;» (μετά συγχωρήσεως).
Καμιά φορά (σπανίως) οι επίπονες συζητήσεις καταλήγουν στο αυτονόητο, αλλά ακόμη και τότε είναι άκαιρο, εκτός χρόνου πλέον, πεπαλαιωμένο. Το παράθυρο έχει κλείσει. Το πουλάκι έχει πετάξει.

Η μονομανής και εξακολουθητική ενασχόληση με τις διαδικασίες, ο δημοκρατικός σχολαστικισμός, ο καινοτόμος νομικισμός κάθε είδους, όταν δεν τιμωρούνται δια ροπάλου από έναν οργανισμό με ένστικτο αυτοσυντήρησης (είτε με οστρακισμό, είτε ποινικώς, είτε με τη χλεύη, όπως συμβαίνει στα προηγμένα έθνη), λειτουργούν ως μια πελώρια μαύρη τρύπα. Απορροφούν ενέργεια, επιβραδύνουν κι ακινητούν τον χρόνο, κατά τρόπον ώστε ο ατυχής που έχει εμπλακεί στο αμείλικτο δίχτυ να αντιλαμβάνεται αποκλειστικά και μόνο ό,τι κινείται στον ρυθμό της μάταιης διαδικασίας. Σύμφωνα δε με τα θεωρήματα της σύγχρονης επιστήμης, ούτε καν το φως των Φώτων δεν μπορεί να διαφύγει από την αφόρητη έλξη της.

Έτσι η μονήρης αυτή ενασχόληση που φαντασιώνεται πως είναι συλλογική, κατατρώγει και τα λαμπρότερα πνεύματα και τις καλύτερες προθέσεις.

Όταν προσεγγίσεις στην ακτίνα έλξης της περί διαδικασίας κουβέντας, εμφανίζεται τρομερό το δίλημμα: αν μπεις στη συζήτηση, δεν βγαίνεις ποτέ. Αν την αγνοήσεις, ρουφάει το περίγυρο σύμπαν μαζί με σένα. Να ζει, δηλαδή, κανείς ή να μη ζει; όπως αναρωτιέται ο σεξπηρικός Αμλέτος. Μόνη λύση για να παραμείνεις ζωντανός: να τρέξεις να σωθείς.

Αυτή όμως συνεχίζει την πορεία της ακάθεκτος προς τον προορισμό της: το κέντρο της αβυσσαλέας μαύρης οπής. Ο χρόνος του σύμπαντος επιβραδύνει εντός της, ενώ ο γύρω κόσμος προχωρά ταχέως, με αποτέλεσμα οι παγιδευμένοι στην έλξη της διαδικασίας και ο υπόλοιπος κόσμος να υπάρχουν τελικά σε δύο παραλλήλως εξελισσόμενα σύμπαντα. Ώστε ακόμη και στην απίθανη περίπτωση όπου το διαδικαστικό σύμπαν ξεβραστεί σε κάποιο σημείο του κόσμου από την άλλη άκρη της αβύσσου, ο χρόνος έχει πια προσπεράσει και το παράθυρο της σύντομης ανθρώπινης ζωούλας έχει ήδη κλείσει: τα προϊόντα προς αγορά έχουν πλέον παλιώσει, τα έργα που δεν εκάμαμε τάκαναν άλλοι κάπου αλλού, οι άνθρωποι που επιθυμήσαμε έχουν γεράσει και ζήσει άλλες ζωές μ' άλλους ανθρώπους, οι διαπραγματευτικές ευκαιρίες έχουν χαθεί, τα οράματα έχουν ξεθωριάσει, τα παράθυρα ευκαιρίας έχουν κλείσει, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα έχουν χαθεί, τα πρακτικά πράγματα για τις ζωές των ανθρώπων που μπορούσαν να γίνουν δεν έχουν πλέον σημασία, τα διαπραγματευτικά χαρτιά έχουν αραχνιάσει και μαραθεί στα χέρια παικτών που έχουν απομείνει γύρω από ένα τραπέζι με την τράπουλα στο χέρι, σαν τους σκελετούς σε πειρατικές ταινίες του Χόλυγουντ.

Ενώ ο χάρτης με τον δρόμο προς τον θησαυρό παραμένει κιτρινισμένος, μουχλιασμένος κι άχρηστος να κρέμεται κάτω από το απέναντι φινιστρίνι, από το οποίο μισοφαίνεται ο ορίζοντας που δεν θα ταξιδέψουμε ποτέ, ενός ακόμη πλοίου-φάντασμα, όπως τόσα και τόσα άλλα. 

Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος





Monday, January 13, 2014

Από ψήφο σε ψήφο κι από Λιάπη σε Λιάπη


Share/Bookmark
Η υπόθεση του μεγαλόστομου μικροαπατεώνα κ. Λιάπη (όπως και των μικρόψυχων μεγαλοαπατεώνων συναδέλφων του) τείνει να επιβεβαιώσει μια παλιά μου υποψία: αυτό το ρωμέικο είναι ένα άθροισμα από μικρομεσαία Εγώ, που το κάθε ένα φουσκώνει και γίνεται μεγάλο σαν ψωνισμένη γαλοπούλα, όταν κατορθώνει να αποσπάσει τις ψήφους (δηλαδή την αβασάνιστη δια βοής επευφημία) των άλλων μικρομεσαίων Εγώ.

Μια με τ' όνομα, μια με το κούνημα, μια με τις φωνές και τους τσαμπουκάδες, μια με τα λεφτά, νομίζουν, αφού κατάφεραν να ψηφίζονται για τόσον καιρό από τόσους πολλούς, πως είναι πράγματι κάποιοι. Θαρρούν πως έτσι αποκτούν βάθος και ουσία και γίνονται στ' αλήθεια σημαντικοί σαν τους σκεπτόμενους κι ελεύθερους ανθρώπους, τους οποίους αντιμετωπίζουν με αμήχανη περιφρόνηση και κατά βάθος με φόβο. Όπως οτιδήποτε δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει. Κάθε τι που του 'ναι ξένο.

Χωρίς πολλή προσπάθεια πείθουν τον εαυτό τους πως ο θόρυβος του όχλου είναι κάτι που παρομοιάζει με τον ζόρικο διάλογο και τις επίπονες επιδοκιμασίες της Αγοράς, την οποία ποτέ δεν γνώρισαν. Αλλά έχουν ακούσει ακατανόητους ψιθύρους για την ύπαρξή της κάπου σε άλλους τόπους και σε άλλους καιρούς.

Έτσι λίγο λίγο η Δημοκρατία, από εκλογή σε εκλογή κι από ψήφο σε ψήφο, μετατρέπεται σε εκλογικό ψυχόδραμα διαδοχικών ψηφοφοριών. Από Καραμανλή σε Σαμαρά, από Παπανδρέου σε Τσίπρα, κι από Λιάπη σε Λιάπη, όλοι παίζουν τον ρόλο τους ψηφίζοντες και ψηφιζόμενοι.

Τελευταία αναγκάζονται να σταματούν πού και πού τις φωνές και τις επιτηδευμένες πόζες ψευτοέκπληξης, καθώς το σκηνικό έχει ξεχαρβαλωθεί, τα σταγκόνια έχουν κολλήσει, οι τεχνικοί εγκαταλείπουν τα πόστα τους, οι φωτιστές αφήνουν να φύγουν οι ατάκες δίχως να ρίξουν τον προβολέα, οι υποβολείς ξεχνούν και αυτοί τα λόγια, το σκηνικό ρετάρει.

Κι όταν πέφτει αυτή η σιωπή που τίποτε το καλό δεν προμηνύει, μια και το βάλσαμο των χειροκροτημάτων όλο και λιγότερο τους χαϊδεύει τα αυτιά, χειροκροτούν οι ίδιοι τους εαυτούς τους σπασμωδικά, φουσκωμένοι και ποζάτοι, σαν ξόρκι για ν' αποτρέψουν το μοιραίο.

Το κοινό όμως, βαριεστημένο, λιγοστεύει. Οι εξώστες έχουν ήδη αδειάσει και στην πλατεία έχουν ξωμείνει πια μόνο κάτι λίγοι απόμαχοι, αδρανείς κι αποβλακωμένοι θεατές, καθώς η παράσταση αυτή οδεύει προς το τέλος της.


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος