Thursday, October 24, 2013

Γύφτισσα τον εβύζαξε;


Share/Bookmark
Gitanos" Granada, España,
1933, foto de H.Cartier-Bresson
Η ρίζα των τσιγγάνικων φύλων χάνεται στα βάθη των αιώνων. Το ρομανικά αυτά φύλα, με τα πολλά ονόματα (γύφτοι, τσιγγάνοι, κάλε, σίντι) πιστεύεται ότι ήλθαν στην Ευρώπη στο τέλος της Αναγέννησης και απλώθηκαν γρήγορα από τις εύφορες πεδιάδες της Βλαχίας ως τη Γαλλία, την Ισπανία (διασχίζοντας τα Πυρηναία) και τα Βαλκάνια. Η καταγωγή τους είναι από την Ινδική υποήπειρο, την ίδια που γέννησε τον δυτικό άνθρωπο. Σύγχρονες γενετικές αναλύσεις τραβούν πίσω στον χρόνο την έλευσή τους δεκαπέντε αιώνες. 
Η ιδιαιτερότητά τους είναι πως δεν κουβαλούν καμιά παράδοση μιας μακρινής και αρχαίας πατρίδας από όπου οι προπάτορές τους μετανάστευσαν, όπως πολλοί περιπλανώμενοι λαοί ή έθνη της διασποράς. Κατά τρόπο ακατανόητο στον δικό μας νου, τόσο ριζωμένο στην κτητικότητα και την ιδιοκτησία, έχουν αρνηθεί πεισματικά να διεκδικήσουν οποιαδήποτε εθνική κυριαρχία σε κάποιον από τους τόπους που κατοικούν, ακόμη κι εκεί όπου κατά καιρούς υπήρξαν ή είναι σημαντικό μέρος του πληθυσμού. 
Αντίστοιχη είναι η σχέση τους με τους κανόνες και τους νόμους. Κουβαλούν έναν αέρα που μοιάζει αέρας ελευθερίας και ανατροπής, δεν είναι όμως τελικά παρά ένα άλλο σύστημα αξιών, με τις δικές του αρχές και κανόνες, αυστηρούς μάλιστα, που εξελίχθηκε αλώβητο σχεδόν, παράλληλα με το δικό μας, σε όλους αυτούς τους μακρούς αιώνες. Κάποιες εθνολογικού χαρακτήρα ομοιότητες στις συμπεριφορές μπορεί κανείς να ανιχνεύσει με τους μακρινούς Ινδιάνους της βόρειας Αμερικής, αν εξαιρέσουμε ότι η δική τους αναφορά είναι η φύση και το κυνήγι, ενώ αυτή των Ρομά είναι η συνύπαρξη σε έναν παράλληλο κόσμο με τους άλλους εγκαθιδρυμένους πολιτισμούς και η αξιοποίηση των ευκαιριών βιοπορισμού που αυτοί προσφέρουν. 
Η κουλτούρα και η γλώσσα τους μεταμορφώθηκε έτσι σε έναν ιμάντα μεταφοράς ρυθμών και ήχων από τη μια άκρη της ακίνητης ηπείρου μας ως την άλλη. Όπως και η «ελλιπής» αίσθηση της ιδιοκτησίας, που θεμελιώνονταν καταρχήν για τους υπόλοιπους στην ιδιοκτησία της γης.
Από το ισπανικό φλαμένκο ως τους βαλκανικούς ρυθμούς, η ανέστια και αεικίνητη φυλή κουβάλησε μουσικές, ήχους, ρυθμούς, μια μυθολογία ελευθερίας που παρόμοιά της δεν μπορούμε εύκολα να εντοπίσουμε. Οι κοινότητες των πειρατών και των περιπλανώμενων εμπόρων από τον 15ο ως και τον 19ο αιώνα, παρότι προσομοιάζουν στην κινητικότητα, δεν είχαν ποτέ πολιτιστική ενότητα, ενιαία έκφραση και κώδικες. Οι οικογενειακές δομές, οι ερωτικές σχέσεις, η ρύθμιση των διαφορών υπακούν σε κώδικες αρχαίους, που προφανώς δεν συνάδουν εύκολα με τον σύγχρονο ρυθμισμένο τρόπο ζωής μας και τις κατακτήσεις του.

Στο πλαίσιο αυτό τα όρια του νόμιμου και του παράνομου φωτίζονται από μια εντελώς διαφορετική οπτική. Το γεγονός αυτό δεν άργησε να δημιουργήσει συγκρούσεις. Η παραβατικότητα των εκάστοτε κανόνων συνδυάστηκε με συγκεκριμένες συμπεριφορές, επαγγέλματα και «επαγγέλματα» που οι άνθρωποι αυτοί αναλάμβαναν. Από το εμπόριο συγκεκριμένων ειδών, των πιο φτηνών και απαξιωμένων συνήθως σε κάθε εποχή, ως τη μετακίνηση διαφόρων ανθρώπων, τυχοδιωκτών και άλλα "παραεμπόρια". Αυτό δημιούργησε συγκρούσεις με τους ντόπιους πληθυσμούς και σαφείς διαχωριστικές γραμμές (που έφτασαν σε ακραία όρια ορισμένες φορές και ιδιαίτερα την εποχή του ναζισμού).Οι ίδιες οι κοινότητες, όμως, έχοντας μια οργάνωση που λαμβάνει υπόψη τις αντιδράσεις του έξω κόσμου, επέβαλαν μια μορφή πειθαρχίας στα μέλη τους ώστε να μην ξεπερνούν τα όρια ανοχής των εκάστοτε κοινωνιών με τις οποίες συνδέονταν. Ανέπτυξαν πολύτιμες δεξιότητες προσαρμογής και επιβίωσης τόσο ως άτομα όσο και ως κοινότητα. 
Μια αντιφατική στάση κυριάρχησε απέναντί τους: από τη μια μεριά ο γύφτος ήταν ο κλέφτης, ο παραβάτης της κανονικότητας, ο άπατρις, το ασφαλές φόβητρο για τα παιδιά, και από την άλλη αντιπροσώπευε το όνειρο μιας υποβόσκουσας τάσης φυγής προς τους άλλους τόπους, τόσο γεωγραφικά όσο και μεταφυσικά. Η εικόνα του μεγάλου
γύφτου, της μάγισσας τσιγγάνας που συμπυκνώνει μιας μορφής πίστη στο πέρα από τον λόγο, του όμορφου ξυπόλυτου γυφτόπουλου και της γυφτοπούλας στοίχειωσε αναγνώσματα, λογοτεχνία, τραγούδια του Ευρωπαϊκού σύμπαντος, και ιδιαίτερα της κεντρικής και νότιας Ευρώπης. Η ίδια εικόνα, το ίδιο πρότυπο αναπαράγεται μεταλλαγμένο και ονειρικό παντού, προσφέροντας μια μορφή ασυλίας στην εξόφθαλμα εκτός τυπικών κανόνων συμπεριφορά των Ρομά.
Παρόμοιες διαφορές συμπεριφορών, σε κλίμακα διαφορετική βέβαια, που ρυθμίζονται από κανόνες διαφορετικούς, προτεραιότητες και αξίες άλλες, μπορεί κανείς να εντοπίσει ανάμεσα στον καλβινιστικό ευρωπαϊκό βορρά και στον υποχθόνια ειδωλολατρικό Ευρωπαϊκό νότο, που λίγο λίγο φθίνουν. Eίναι όμως αρκετές για να δημιουργούν μιαν άλλη εικόνα, ένα άλλο ιδιαίτερο στερεότυπο για τους Έλληνες, τους Ιταλούς, τους Ισπανούς, τους Πορτογάλους στον Ευρωπαϊκό βορρά και αντίστοιχα για τους Γερμανούς, Σκανδιναβούς και τους άλλους βόρειους λαούς της Ευρώπης στον Ευρωπαϊκό νότο.
Οι Ρομά ακολουθούν ένα αρχαίο πρότυπο διαδρομών και συνεύρεσης που αναδύεται σαν ένας παράλληλος χάρτης κάτω από τα θεμέλια των πόλεών μας. Συνήθιζα να τους βλέπω στους Αέρηδες στην Πλάκα να μαζεύονται και να περνούν σαν εξωπραγματικές φιγούρες και αναρωτιόμουν τι κάνουν σε αυτή την πλούσια και καθωσπρέπει περιοχή. Καιρό μετά έμαθα ότι ήταν εκεί πάντα, ήταν ένα πέρασμα και σημείο συνάντησης, που εξακολουθούσε να υπάρχει όσο κι αν άλλαξε ο τόπος, όσες φορές και να μεταμορφώθηκε. Στην πραγματικότητα, η μόνη ιδιοκτησία τους είναι αυτός ο άχρονος χάρτης που αναδύεται κάτω από τον δικό μας στατικό κόσμο. 

Πριν λίγο καιρό κάποιοι διέρρηξαν ένα μικρό ιστιοπλοϊκό που έχω αραγμένο σε ένα ιδιαίτερο σημείο κοντά στο Φαληρικό δέλτα, όπως και αρκετών άλλων, κοντά στο οποίο συγκεντρώνονται τσιγγάνοι. Αισθάνθηκα πολύ άσχημα. Ήταν επώδυνο  μπορώ να πω, όχι μόνο γιατί δεν είμαι πλούσιος άνθρωπος και αυτό το γεγονός κόστισε, αλλά κυρίως γιατί είναι παραβίαση ενός ιδιωτικού χώρου που κανένας συνδέει με μια ιδιαίτερη αίσθηση και στιγμές της ζωής του. Σκέφτηκα - και είναι πολύ πιθανό – ότι αυτοί που το διέπραξαν ανήκουν ίσως σε αυτή την κοινότητα, ίσως είναι κάποιοι από αυτούς που βλέπω κατά καιρούς εκεί κοντά. 

Ταυτόχρονα θυμήθηκα πριν χρόνια, όταν στα δεκαεννιά μου είχα βρεθεί κοντά σε μια άλλη από τις διαδρομές τους (όπου έκτοτε βρέθηκα πολλές φορές και την είδα να μεταλλάσσεται), ανάμεσα σε καπνούς και αρώματα κάτω από το γλυκό φως της Ανδαλουσίας, σε ένα μέρος μαγικό κι επικίνδυνο, στα barrios del Albaicín και του el Sacromonte, στις σπηλιές κάτω από την Αλάμπρα, στη Γρανάδα, κι ύστερα με μια επίσης αγαπημένη κι ανέστια φίλη που τότε κατοικούσε εκεί, βρέθηκα στην αγκαλιά των σωμάτων, των ήχων και των χρωμάτων ανάμεσα στους gitanos του Cadiz. Στο πάθος και το ξέσπασμα του flamenco, τον ίδιο ερωτισμό και την ίδια παραβατικότητα που το αντίστροφό της κάνει μερικά δεκάχρονα αγόρια να τραγουδούν σα νάρχονται από κόσμο άλλο. 
Αυτή η αντίφαση πάλεψε και παλεύει εντός μου. Είναι αυτό ασύμβατο με τον σύγχρονο κόσμο; Με τις αξίες μας; Με τον Διαφωτισμό και τον ορθό λόγο; Έχει ο κόσμος αυτός κάτι να μας πει; Κάτι να μας αποκαλύψει για εμάς; Κάποια μοίρα να ιστορήσει; Κάποιες γραμμές στο χέρι μας να διακρίνει; Ένα μέλλον να φανερώσει; 
Δεν ξέρω. Δεν έχω την απάντηση. 
Ίσως όμως το δίλημμα αυτό να είναι κάπως σαν το δίλημμα του Σόιμπλε όταν αντιμετώπισε, όπως εξομολογήθηκε, την πιθανότητα να πρέπει να αποφασίσει την έξοδο της χώρας μας από το ευρώ και την Ευρώπη και, κατά κάποιον τρόπο, από τον σύγχρονο κόσμο, μιας χώρας που παραβίασε όλους τους ευρωπαϊκούς κανόνες και των στερεοτυπικά κι άδικα σε μεγάλο βαθμό "παραβατικών" Ελλήνων. Και τότε ίσως κάτι βάρυνε και βαραίνει ακόμη μέσα του. 
Ίσως για τον ορθολογικό τεύτονα να ήταν, ανάμεσα στα άλλα, κάτι παρόμοιο με αυτό που αισθάνομαι κι εγώ απέναντι στην ανέστια φυλή των Ρομά. Κάπως σαν να φωτίζει το δίλημμα αυτό τη βόρεια ψυχή του Γερμανού, όπως και τη δική μου. Αυτή η ανάγκη να διασώσουμε, έστω και ηττημένο, έστω και μεταμορφωμένο με κάποιον τρόπο, αυτό το παραβατικό όσο ανατρεπτικό κι επομένως δημιουργικό πνεύμα που περιέχουμε, από το οποίο προέκυψαν και οι τεύτονες και εμείς. 
Ίσως αυτό να είναι κατά βάθος και ένα μέρος από το εσώτερο δίλημμα  της πολύπλοκης, αντιφατικής αλλά μοναδικής και γοητευτικής ηπείρου μας.


 Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος








No comments:

Post a Comment