Thursday, November 29, 2012

Περί Δημοσίων επενδύσεων και επενδυτικού νόμου


Share/Bookmark

Το ζήτημα των δημοσίων επενδύσεων στην Ελλάδα είναι περίπλοκο και δυστυχώς χρησιμοποιήθηκε σαν ένας ακόμη μοχλός δημιουργίας ενός παρασιτικού «επιχειρηματικού» περιβάλλοντος, με βασικές στρεβλώσεις:

Τους επενδυτικούς νόμους και τους άξονες δημοσίων επενδύσεων ΔΕΝ τους συντάσσουν καταρχήν οι επιχειρήσεις.

Είναι αποτέλεσμα εμπεριστατωμένων μελετών της Διοίκησης, που λαμβάνει υπόψη της και τη γνώμη των επιχειρήσεων, και πολιτικής απόφασης της κοινωνίας (περιλαμβανόμενων των επιχειρήσεων) για την κατεύθυνση που θέλουν να δώσουν στην οικονομία τους.

Είναι ο βασικός τομέας που το Δημόσιο οφείλει να εκφράσει τα συμφέροντα των παραγωγικών δραστηριοτήτων που πάνε να γεννηθούν και θα είναι ανταγωνιστικά αυτών που υπάρχουν. Θα τις αναστατώσουν και θα τις μετασχηματίσουν. Είναι η υπεράσπιση της πρόκλησης του μέλλοντος, αυτό που δεν μπορεί να κάνει η αγορά.

Αν ο AL Gore συμβουλευόταν τη βιομηχανία του κινηματογράφου και της μουσικής, που, παρεμπιπτόντως, ήταν βασικοί υποστηρικτές του, δεν θα επένδυε ποτέ στη δημιουργία και απελευθέρωση του διαδικτύου, που γέννησε τη σύγχρονη οικονομία.

Οι δημόσιες επενδύσεις έχουν τους ακόλουθους δύο στόχους:

1. Τη δημιουργία υποδομών (και ανθρώπινου δυναμικού), και τη δημιουργία δικτύων (δρόμοι, δίκτυα διανομής ενέργειας,  δίκτυα τρένων, λιμάνια, ακόμη και soft δίκτυα διανομής προϊόντων), τη δημιουργία βασικών προϋποθέσεων παραγωγής (παροχή υποδομών,  πληροφορίας, τεχνογνωσίας κλπ) που εξασφαλίζουν τη δυνατότητα ανάπτυξης παραγωγικής δραστηριότητας από τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες. Τα δίκτυα σε πολλές περιπτώσεις πρέπει να παραμείνουν δημόσια και σε κάποιες περιπτώσεις μη ανταποδοτικά, καθώς δημιουργούν τις προϋποθέσεις για εισδοχή νέων επιχειρήσεων στον χώρο και, επομένως, ανταγωνισμού και ανάπτυξης.

2. Τη δημιουργία των υποδομών που απαιτούνται για τη λειτουργία της ίδιας της διοίκησης.

Στόχος είναι να δημιουργήσουν προϋποθέσεις ανάπτυξης για τις επιχειρήσεις σε κατεύθυνση που δεν θα έδινε η αγορά μόνη της με όποιον τρόπο (δημιουργώντας υποδομές ή κίνητρα). Εάν η αγορά μπορούσε να τη δώσει αυτή την κατεύθυνση, τότε δεν θα χρειαζόταν κανένας επενδυτικός νόμος ούτε δημόσιες επενδύσεις. Αυτός ο σχεδιασμός προϋποθέτει την αναβάθμιση και λειτουργία κρατικής διοίκησης.

Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι δεν χρειάζεται να υπάρχει πρωτογενές πλεόνασμα για να κινηθούν οι δημόσιες επενδύσεις. Υπάρχουν μηχανισμοί χρηματοδότησης παγιωμένοι με πολύ σημαντικά ποσά (10 δισεκατομμύρια ευρώ από το υπόλοιπο του ΕΣΠΑ και άλλα 20 δισεκατομμύρια προβλέπεται ότι θα είναι η επόμενη προγραμματική περίοδος), πλέον τα ποσά που δύναται να αντληθούν με ευνοϊκούς όρους από την ΕΤΕΠ. Η επέκταση των μεταβιβαστικών πληρωμών εντός της ΕΕ είναι σημαντική για τη βιωσιμότητα του εγχειρήματος, όπως όμως και η αλλαγή του τρόπου διαχείρισης.

Το πρόβλημα είναι η διαχείριση των κεφαλαίων αυτών, η ιεράρχηση των επενδύσεων και, κυρίως, η μεταφορά της απόφασης για τα προς ένταξη έργα σε κλιμάκια εμπειρογνωμόνων από τους πολιτικούς που τη λαμβάνουν με διάφορους τρόπους σήμερα. Τα κλιμάκια θα εξετάζουν τόσο τις μελέτες όσο και την ανταποδοτικότητα της επένδυσης, τόσο ως προς τον δημόσιο (άμεση και έμμεση) όσο και προς τον ιδιωτικό τομέα. Η συζήτηση μιας διαφορετικής μορφής εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας, με την εισαγωγή όρων διακρατικού ελέγχου και υποχρεωτικής αξιοποίησης τεχνογνωσίας και εμπειρογνωμοσύνης από επιτυχημένα παραδείγματα, είναι απαραίτητη για να συμβεί αυτό.

Με δυο λόγια:

Ο σχεδιασμός των επενδυτικών αξόνων είναι ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας  που πρέπει να στηριχθεί σε μια στιβαρή διοίκηση και να ληφθεί με τη συναίνεση της κοινωνίας.

Η επιλογή των έργων είναι τεχνικό θέμα που πρέπει να αφαιρεθεί από την πολιτική ηγεσία, που το ασκεί σήμερα με ανεξέλεγκτο και μικροκομματικό τρόπο, και να μεταφερθεί σε εμπειρογνώμονες και να διαμορφώνεται σταδιακά σε κοινοτικό επίπεδο.

Όσον αφορά τον επενδυτικό νόμο:

Ο επενδυτικός νόμος αποτελείται από ένα πλέγμα κινήτρων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και των επενδύσεων.

Στόχος του θα έπρεπε να είναι η διασφάλιση συνθηκών που επιτρέπουν τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να δημιουργηθούν στις συνθήκες της αγοράς για έναν από τους ακόλουθους λόγους:

1. Χαμηλή οριακή παραγωγικότητα σε επενδύσεις μικρής κλίμακας για γεωγραφικούς ή άλλους τοπικούς λόγους,

2. Αντιστάθμισμα των εμποδίων που δημιουργεί το μέγεθος και οι πρακτικές των υφιστάμενων επιχειρήσεων στην ίδια αγορά,

3. Προσέλκυση στοχευμένων επενδύσεων ειδικής τεχνογνωσίας,
 

4. Δημιουργία συνθηκών για τη γέννηση ενός νέου επιχειρηματικού πεδίου και μιας νέας αγοράς.

Από τα παραπάνω είναι προφανές ότι ο επενδυτικός νόμος αφορά τις επιχειρήσεις που δεν μπορούν να γεννηθούν για ειδικούς λόγους, αλλά εφόσον γεννηθούν είναι βιώσιμες και ανεβάζουν τη συνολική ανταγωνιστικότητα της χώρας, ενώ περιορίζει πολλές φορές τα συμφέροντα των υφιστάμενων επιχειρήσεων, που θα δουν να αυξάνεται ο ανταγωνισμός και να ανταγωνίζονται για τους ίδιους πόρους. Αυτή είναι η θερμοκοιτίδα του μέλλοντος για κοινωνίες που τις ενδιαφέρει το μέλλον τους.

Είναι προφανές για ποιους λόγους η ελληνική «επιχειρηματικότητα» είδε στον εκάστοτε επενδυτικό νόμο μια απειλή, την οποία φρόντισε να διαμορφώσει έτσι ώστε στην ουσία όχι μόνο να ακυρώνει τη λειτουργία του ως εργαλείο δημιουργίας ανταγωνισμού και νέων επιχειρήσεων, αλλά να τον μετασχηματίσει σε ένα από τα εργαλεία εύκολου και, κυρίως, μη βιώσιμου πλουτισμού, με τη συνενοχή των πολιτικών μας.

Για να μην ξεχνάμε ότι οι Έλληνες πολιτικοί δεν έκαναν μόνο τα ρουσφέτια στους πολλούς τους αλλά συνέχισαν και την παλιά καλή παράδοση της συναλλαγής με την παρασιτική επιχειρηματικότητα.

Στην Ελλάδα του κρατισμού, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, τους επενδυτικούς άξονες, τα έργα, ακόμη και τους επενδυτικούς νόμους τους επέλεγαν και τους συνέτασσαν οι επιχειρήσεις.


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος




Wednesday, November 28, 2012

Στέφανος Μάνος, Ευάγγελος Λεμπέσης και το πολιτικό μας σύστημα


Share/Bookmark

Διευκρινίζω ότι δεν γνωρίζω προσωπικά τον κ. Στέφανο Μάνο. Κρίνοντας από τους λόγους και τα έργα του  για την ποιότητα, τις ικανότητες και το ήθος του ανθρώπου δεν έχω να προσθέσω τίποτα σε αυτά που ήδη έχει γράψει σε ανύποπτο χρόνο πολύ αναλυτικά ο Θάνος Τζήμερος. Θα τα συνόψιζα στο ότι πρόκειται αναμφίβολα για ένα από τα λαμπρότερα πρακτικά πνεύματα της Ελλάδας της μεταπολίτευσης, με πολύ σημαντικές δυνατότητες προσφοράς στον τόπο και ανιδιοτελή διάθεση.

Ο κ. Μάνος βρέθηκε σε ένα κόμμα με αστικές ρίζες, το οποίο σταδιακά μεταλλασσόταν σε ένα λαϊκίστικο πελατειακό μόρφωμα, επηρεασμένο από την ευκολία με την οποία το αντίπαλό του κόμμα κέρδιζε μια μακρόχρονη παραμονή στην εξουσία μετερχόμενο μεθόδων μαζικής διαφθοράς.

Σταδιακά η βλακεία, η ανικανότητα σε συνδυασμό με την έλλειψη αρχών και ήθους, απλώνονταν σε όλα τα επίπεδα της παράταξης που περιείχε και τις φιλελεύθερες ιδέες του κ. Μάνου ή του κ. Ανδιανόπουλου, όπως εξάλλου και η αντίπαλη πλευρά, καθώς και συντηρητικά στοιχεία παλαιάς κοπής που κρατήθηκαν ενωμένα στον χώρο από ισχυρές προσωπικότητες.

Καθώς οι ανίκανοι και με λιγότερα πνευματικά εφόδια άνθρωποι εκτόπιζαν σταδιακά και συστηματικά από την πολιτική ζωή της χώρας τους ικανότερους, κατακτώντας όλο και υψηλότερα αξιώματα, ο χώρος για ανθρώπους σαν τον κ. Μάνο γινόταν όλο και πιο ασφυκτικός.

Ικανός και έξυπνος όντας, αναγνώριζε δίπλα του την επεκτεινόμενη ανοησία, απέναντι στην οποία προέτασσε κάθε φορά την προσπάθειά του να προσφέρει συστηματικά τις ιδέες και τις πράξεις του, στον χώρο στον οποίο του επέτρεπαν να δρα. Όταν κάποιος διέκρινε την ικανότητά του να δημιουργεί νέες δομές, να μεταρρυθμίζει μια κατάσταση σε μια νέα, λειτουργικότερη και πιο ανθρώπινη και του ανέθετε ένα συγκεκριμένο έργο, όταν έβρισκε υποστήριξη, δημιούργησε κάτι το οποίο αποτελεί βάση για ό,τι λειτουργικό έχουμε σήμερα, στις περιπτώσεις που δεν έμεινε ημιτελές γιατί έχασε τη σχετική υποστήριξη.

Ο κ. Μάνος, όταν αισθάνθηκε ότι η αμάθεια και η κοινή βλακεία (σε αντίθεση με την κοινή λογική) έγινε κυρίαρχη, επιχείρησε να αντιπαραταχθεί σε αυτά, σε μια εποχή όπου δεν ήταν καθόλου εύκολο, και εξοστρακίστηκε από τον χώρο του. Αλλά πάντα εντός του είχε τη βαθιά επιθυμία να προσφέρει στον τόπο αυτό το απόθεμα από ιδέες, φαντασία και γνώση το οποίο γνώριζε ότι διέθετε.

Για τον λόγο αυτόν, όταν αισθανόταν ότι ενδεχόμενα υπήρχε μια ευκαιρία να επηρεάσει τα πράγματα, ερχόταν και πάλι κοντά σε ανθρώπους εμφανώς κατώτερούς του πνευματικά και πολιτικά, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε, αρχίζοντας κάτι από κάπου, να δημιουργήσει τη δυναμική εκείνη, το παράδειγμα εντός του πολιτικού συστήματος που θα οδηγήσει παραπέρα.

Ο κ. Μάνος προφανώς απέτυχε στη στρατηγική του. Η παραδοχή της αποτυχίας αυτής τον τιμά.

Το πολιτικό μας σύστημα τον απέβαλε, όπως και τα λαμπρότερα μυαλά της γενιάς του και της επόμενης. Η βλακεία, όταν αισθανόταν ότι απειλείται, συνασπιζόταν και κυριαρχούσε.
Ο κ. Μάνος δεν υπήρξε ποτέ μόνος. Θα ήταν παράδοξο, άλλωστε.

Ο Αλέκος Παπαδόπουλος, η Μαριέττα Γιαννάκου, ο Τάσος Γιαννίτσης, ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης, ο Ανδρέας Ανδιανόπουλος, ενδεικτικά αναφερόμενοι ανάμεσα σε άλλους πολλούς, πάρα πολλούς σε κάθε επίπεδο, που κρύβονται από την κορυφή αυτού του παγόβουνου, είχαν την ίδια μοίρα απομόνωσης και σταδιακού αποκλεισμού από τους πιο ανίκανους, από ανθρώπους εμφανώς κατώτερούς τους πνευματικά και ηθικά.

Ο κ. Μάνος είναι ίσως η πιο εξέχουσα, γι’ αυτό και υποδειγματική φυσιογνωμία ανάμεσά τους, καθώς ίσως είναι αυτός στον οποίο η απόκλιση ανάμεσα στις ικανότητες προσφοράς και τις ευκαιρίες που του έδωσε η ιστορία ήταν η μεγαλύτερη. Και το προσωπικό του παράπονο αντίστοιχο της διαφοράς αυτής.

Πώς όμως συνέβη αυτό το παράδοξο; Πώς το χειρότερο κατορθώνει να διώχνει το καλύτερο; Πώς το υποδεέστερο επικρατεί του καταφανώς πιο άξιου; Πώς ο βλάκας επικρατεί του εμφανώς εξυπνότερου; Πώς το κατώτερο επικρατεί στο ανώτερο; Πώς περάσαμε σταδιακά από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στον Ανδρέα Παπανδρέου, στον Γιώργο Παπανδρέου, στον Κωστάκη Καραμανλή, στον Αντώνη Σαμαρά;

Ορισμένες από τις απαντήσεις θα βρει κανείς στο απόσταγμα σοφίας του Ευάγγελου Λεμπέση «περί της τεράστιας κοινωνικής σημασίας των βλακών στον σύγχρονο βίο», φωτεινό κείμενο γραμμένο στους σκοτεινούς καιρούς του πολέμου, σε μια άλλη εγκυμονούσα εποχή.

Η στρατηγική των σύγχρονων βλακών ομοιάζει απαράλλαχτα με την περιγραφή του συγγραφέα, τόσο κατά τη μορφή όσο και κατά την αποτελεσματικότητα: όλα τα τεχνάσματα της πνευματικής ανεπάρκειας και έλλειψης καλλιέργειας, η ανούσια σιωπή, ο στόμφος, η φλυαρία, η κολακεία του ταπεινού, η απαξίωση των κανόνων και των διαδικασιών, η ίντριγκα, οι τεχνικές της κλίκας, η αναβίωση των φεουδαρχικών αρχών, η ενστικτώδης καχυποψία και η κουτοπονηριά συνδυάστηκαν με το εύκολο χρήμα, το οποίο πίστεψαν μάλλον πραγματικά λόγω της ανεπάρκειάς τους ότι θα ήταν αστείρευτο ή ακόμη και ότι,  αν θα στέρευε για τους άλλους, για τους ίδιους θα υπήρχε πάντα. Αυτοί, επιπλέον, σε αντίθεση με τους κομμουνιστές αλλά και τους συντηρητικούς του πολέμου, προέρχονταν από χώρους που δεν είχαν ζήσει καν την πραγματική ζωή που περιέχει και κάποια στοιχεία στέρησης, άρα ρεαλισμού.

Τόσο ο κ. Μάνος όσο και όλοι οι άλλοι σημαντικοί άνθρωποι της γενιάς του είχαν (από καλή πρόθεση; από λάθος; από την ευπιστία αλλά και υπεροψία του καλλιεργημένου;) την ίδια προσέγγιση, η οποία αποδείχθηκε από τα πράγματα μοιραία: επιχείρησαν να διαλεχθούν με την ανοησία, να τη συνετίσουν, να χρησιμοποιήσουν τις ευκαιρίες που αυτή δημιουργούσε, να τη μεταπείσουν.

Γνώριζαν όμως με ποιον μιλούσαν. Οι έξυπνοι άνθρωποι δεν μπορούν να επικαλεστούν την άγνοιά τους.

Δεν δικαιούται να ισχυριστεί ο κ. Παπαδόπουλος ότι όταν συζητούσε με τον κ. Βενιζέλο δεν καταλάβαινε την ποιότητα και τον οπορτουνισμό του ανδρός απέναντί του, η κα Γιαννάκου ότι δεν αντιλαμβανόταν την παθητικότητα του κ. Καραμανλή. Όπως και, τηρουμένων των αναλογιών, η κα Διαμαντοπούλου και ο κ. Ραγκούσης δεν μπορεί να ισχυριστούν ότι δεν αντιλαμβάνονταν τα όρια των ικανοτήτων του κ. Παπανδρέου, ή ακόμη και αυτός ο κ. Χατζηδάκης, ή ο κ. Δένδιας, ή ο κ. Σουρνάρας, ή ο κ. Μουσουρούλης, δεν μπορούν να επικαλεστούν πλάνη σε σχέση με την έκταση των ικανοτήτων του κ. Σαμαρά και άλλων συναδέλφων τους. Εάν ο κ. Παπανδρέου κατόρθωσε μία φορά να αντιπολιτεύεται αυτός τον εαυτό του με το «λεφτά υπάρχουν», ο κ. Σαμαράς στην καριέρα του έχει ήδη δύο παρόμοιες επιτυχίες, από το μακεδονικό στο αντιμνημονιακό μένος, και οδεύει ολοταχώς προς την τρίτη. Το αυτό ισχύει και για το εμφανές τίποτα που εμπεριέχει ο κ. Κουβέλης.

Οι ικανότεροι των πολιτικών μας ελίτ θεώρησαν, και θεωρούν ίσως, πως έτσι θα επηρέαζαν περισσότερο, θα δημιουργούσαν κάτι, θα έκαναν να προχωρήσει λίγο το πράγμα.

Ανάμεσά τους βέβαια κάποιοι αφέθηκαν να πεισθούν πραγματικά, αμάρτημα ασυγχώρητο στον έξυπνο άνθρωπο.

Και ενδεχόμενα ορισμένοι διατηρούν ακόμη αυταπάτες.

Δεν συνασπίστηκαν, δεν οργανώθηκαν, δεν αντέδρασαν. Δεν απευθύνθηκαν στην κοινωνία εκτιθέμενοι.

Αμύνθηκαν προσπαθώντας να διατηρήσουν το μικρό πεδίο εξέλιξης και εκσυγχρονισμού που δημιούργησαν, αλλά ακόμη κι όταν η βλακεία τούς απέπεμπε και τους απέκλειε πλειοψηφικά οργανωμένη, αυτοί δεν στάθηκαν απέναντί της όρθιοι αλλά αποχώρησαν έντιμα, όπως όλοι μας λίγο πολύ, όσοι ανήκουμε στη γενιά αυτή και την αμέσως επόμενη, με έναν μελαγχολικό και λίγο υπεροπτικό στεναγμό παρά με μια κραυγή μάχης.

Δεν αποδέχτηκαν, δεν αποδεχτήκαμε την πρόκληση, δεν λέρωσαν , δεν λερώσαμε τα χέρια μας. Ο κ. Μάνος είναι μεταξύ αυτών των λίγων που επιχείρησε να το παλέψει κάπως, ίσως περισσότερο από όλους.

Αντίθετα, ανέχτηκαν την κυριαρχία ανθρώπων κατώτερών τους. «Το φαινόμενο (η κυριαρχία της κλίκας των ανεπαρκών) συνεχίζεται. Ενός βλακός προκειμένου, μύριοι έπονται. Ο δε βλάκας που έχει αναρριχηθεί με αυτόν τον τρόπο θα προωθήσει ο ίδιος μόνο κατώτερα από αυτόν πρόσωπα, μέχρις ότου μια βίαιη εξωτερική επέμβαση, που υπαγορεύεται από την ανάγκη κάποιου άλλου οργανισμού ή ο φυσικός εκφυλισμός ενός τέτοιου οργανισμού από μέσα, επιφέρει κάποια θεμελιώδη ανατροπή ή ακόμη και τον τερματισμό της ζωής του ίδιου του οργανισμού», έγραψε ο Ευάγγελος Λεμπέσης 70 χρόνια πριν.

Όλο και περισσότερο μου φαίνεται ότι αυτό ήταν το λάθος, το βασικό και κύριο λάθος: η απέλπιδα προσπάθεια των λογικών στοιχείων της πολιτικής μας ελίτ να εγκαθιδρύσουν διάλογο ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους. Να πείσουν την ανοησία να έρθει στο λογικό με επιχειρήματα που της απευθυνόταν και με πράξεις καλής πρακτικής.

Πολιτικά ακυρώθηκαν. Η λογική είναι πανίσχυρη στο πεδίο της, όταν το επιχείρημα το ανταποδίδει επιχείρημα γύρω από ζητούμενο.

Αντίθετα, με τον βλάκα ή τον άνθρωπο που κυριαρχείται από συμπλέγματα ο διάλογος είναι αδύνατος. Το επιχείρημα δεν τον αφορά, όπως ούτε και το ζήτημα που συζητιέται, καθώς το μόνο που τον απασχολεί είναι η επιβίωσή του στον εχθρικό γι’ αυτόν κόσμο των ικανότερων ανθρώπων, όπως αυτός τον αντιλαμβάνεται. Χρησιμοποιεί τα επιχειρήματα, όπως και οτιδήποτε άλλο, για να κερδίσει τις εντυπώσεις. Σκηνοθετεί τον διάλογο, ώστε να τον αποφύγει. Συγκρούεται στον προνομιακό γι' αυτόν χώρο που ο ίδιος δημιουργεί πολλές φορές, όπως τα τηλεπαράθυρα. Όντας πλησιέστερος προς το ζωικό βασίλειο, αισθάνεται ενστικτωδώς την αδυναμία του συνομιλητή του, που έγκειται στην καλή του πρόθεση, και την εκμεταλλεύεται για να τον εξοντώσει.

Για τον λόγο αυτό ο διάλογος με την ανοησία έχει νόημα μόνο από θέση ισχύος.

Οι ικανότεροι πολιτικοί, και όχι μόνο της γενιάς αυτής, αντί να συζητήσουν με την κοινωνία, να βρουν συμμάχους, να αντιμετωπίσουν τον εφιάλτη μέσα τους για να τον αντιμετωπίσουν στη συνέχεια στο κόμμα τους, να συνεργαστούν και να ξαναχτίσουν τις παρατάξεις τους, που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία της Δημοκρατίας, εμπλέχθηκαν σε συζήτηση με την κυρίαρχη ομάδα για να την επηρεάσουν, να την πείσουν. Ορισμένοι επιχείρησαν να χρησιμοποιήσουν τους μηχανισμούς της για να επιβιώσουν και φυσικά απέτυχαν. Δεν συνεργάστηκαν με τους ομοίους τους, κρατούσαν μια απόσταση, έναν κάπως πικρό σνομπισμό. Και οι άλλοι τους εξόντωσαν.

Η παράδοση αυτή έχει τις ρίζες της στη θηριώδη προσπάθεια της σταλινικής ομάδας του Ζαχαριάδη να εξοντώσει τα δημιουργικότερα πνεύματα της σύγχρονης Ελλάδας, τα οποία απειλούσαν την κυριαρχία της ομάδας αυτής στην προοδευτική παράταξη, σέρνοντας τη χώρα σ’ έναν χαμένο για την αριστερά εμφύλιο, αλλά πετυχαίνοντας τον δικό τους στόχο, να εξοντώσουν τους ικανότερους από τους συντρόφους τους και μαζί με αυτούς τη δυνατότητα εναλλαγής στην εξουσία, με αντάλλαγμα τη δική τους πολιτική επιβίωση σε έναν κόσμο ο οποίος δεν θάπρεπε να τους περιέχει. Όταν ήρθε η ώρα να αναλάβει μια άλλη παράταξη από τη συντηρητική την εξουσία, δεν υπήρχε απέναντι παρά μόνο ένα περονικό κίνημα, ριζωμένο στην ελληνική φεουδαρχική παράδοση.

Το συμπέρασμα από αυτή τη μικρή ιστορική αναδρομή, με αφορμή την υποδειγματική περίπτωση του κ. Στέφανου Μάνου, δεν είχε προφανώς στόχο την αξιολόγηση του ανθρώπου, η οποία ξεπερνά τις δυνατότητες του υπογράφοντος. Έχει σχέση με την επικαιρότητά και τα διλήμματά μας, τις προσπάθειες του φιλελεύθερου χώρου αλλά και μεταρρυθμιστών από άλλους χώρους να αντιμετωπίσουν ή να συνδιαλλαγούν με το πολιτικό μας σύστημα.

Η συζήτηση με την κοινωνία σε κάθε πεδίο, σε κάθε χώρο έχει νόημα. Η συζήτηση με το πολιτικό σύστημα θα αποκτήσει νόημα όταν κερδηθεί το πολιτικό και όχι μόνο το ηθικό πλεονέκτημα, από μια βασική θέση ισχύος.

Ζούμε την παράδοξη κατάσταση, μια κοινωνία σε κατάσταση αγωνίας και φόβου να επιδεικνύει μεγαλύτερη μέση αναλυτική ικανότητα, μεγαλύτερη υπομονή, διορατικότητα και θέληση από αυτήν που επιδεικνύουν οι ελίτ της.

Γι’ αυτό και είναι έτοιμη να γεννήσει, όπως και στην εποχή του Ευάγγελου Λεμπέση.


Αν από τη γέννα θα βγει το μωρό του μέλλοντος ή αν θα αναπαραχθεί το τέρας μεταλλαγμένο στη χειρότερη μορφή του, εξαρτάται από το ποιος θα αντιπαρατεθεί - αντιπολιτευθεί - πρώτος και ισχυρότερα αυτούς που αδυνατούν να τη γονιμοποιήσουν.


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος





Monday, November 19, 2012

Ο σπόρος της καταστροφής


Share/Bookmark
Ο κ. Σαμαράς ενδεχόμενα να αποδειχθεί τελικά ο μοιραίος άνθρωπος για τη χώρα περισσότερο από τους προκατόχους του.

Το πρώτο χτύπημα ήταν το "Mακεδονικό", όπου κατόρθωσε το ακατόρθωτο επιδιώκοντας μαξιμαλιστικές θέσεις για καθαρά πολιτικάντικους λόγους: μια χώρα σε θέση ισχύος, να ηττηθεί από μια χώρα ανίσχυρη και σε κίνδυνο εξαφάνισης σε ένα καίριο ζήτημα, επειδή εμφανίστηκε αδιάλλακτη και οδηγήθηκε να παίρνει αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής με τα μάτια στραμμένα στα εθνικιστικά κινήματα του εσωτερικού τα οποία ο ίδιος νομιμοποίησε πολιτικά. Έτσι τα εθνικιστικά κινήματα στη χώρα φούντωσαν και επηρέασαν σε κρίσιμες στιγμές την πολιτική του τόπου.

Το δεύτερο ήταν με τον ακραίο ανορθολογικό αντιμνημονιακό λόγο, ο οποίος καλλιέργησε προσδοκίες που δεν υπήρχαν, προκειμένου να αναρριχηθεί στην εξουσία και να είναι αυτός ο οποίος θα κληθεί να εφαρμόσει το μνημόνιο στις μεταρρυθμίσεις του οποίου δεν πιστεύει. Ο κ. Σαμαράς, προκειμένου να στριμώξει τον αντίπαλό του, στρίμωξε τη χώρα, όπως έμαθαν να κάνουν οι περισσότεροι από τους Έλληνες πολιτικούς.

Ως φυσικό επακόλουθο εμφανίστηκαν οι φυσικοί εκφραστές του ανορθολογικού, οι αριστεριστές του ΣΥΡΙΖΑ στη μια πλευρά και οι λαϊκιστές της δεξιάς από την άλλη, νομιμοποιημένοι πολιτικά πλέον. Ουδείς μπορεί να εξηγήσει σε κανέναν ποια είναι η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στις προβλέψεις του μνημονίου Ι και ΙΙ με το μνημόνιο ΙΙΙ όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις που απλώς δεν εφαρμόστηκαν, η οποία έκανε τον κ. Σαμαρά να αλλάξει θέση, εκτός από το ότι ο ίδιος καλείται να διαχειριστεί την εξουσία και μάλιστα χωρίς πολλή διάθεση για την εφαρμογή τους.

Το τρίτο και ίσως, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, πιο καθοριστικό είναι το τωρινό. Είναι η σπουδή του να υιοθετήσει τις ακροδεξιές αντιλήψεις περί ιθαγένειας και να αναστρέψει μια ουσιαστική μεταρρύθμιση που εξασφαλίζει την επιβίωση της χώρας για λόγους πάλι μικροπολιτικούς: νομίζει ότι έτσι θα προσελκύσει τους ψηφοφόρους των φασιστών και των λαϊκιστών από τη μία και από την άλλη θα υποχρεώσει τους πάντες σε μια αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ, αποδυναμώνοντας τα αστικά κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση του, αναδεικνύοντας έτσι αριστεριστές, λαϊκιστές και φασίστες σε ουσιαστική αντιπολίτευση, με σκοπό να συσπειρώσει τον φιλοευρωπαϊκό και αστικό χώρο και πάλι γύρω του.

Επιδιώκει συνθήκες αυτοδυναμίας αναλαμβάνοντας το ρίσκο για ό,τι θα συμβεί στη χώρα.

Ας δούμε την κατάσταση:

Η χώρα χάνει με ταχύτατους ρυθμούς το δημιουργικό παραγωγικό δυναμικό της, είτε ανθρώπινο κεφάλαιο είτε επενδύσεις.

Χιλιάδες κάτοικοί της την εγκαταλείπουν καθημερινά ως φυσικό επακόλουθο της κρίσης, ειδικά νέοι. Αρνούνται, και πολύ καλά κάνουν, να πληρώσουν οι ίδιοι το χρέος που δημιούργησαν στο όνομά τους οι πρόγονοί τους, μέσω του υπερδανεισμού του ελληνικού κράτους, στο οποίο είμαστε όλοι ισόποσα μέτοχοι. Αρνούνται επίσης να ζήσουν τη ζωή τους σε ένα περιβάλλον ανασφάλειας και αδυναμίας σχεδιασμού του μέλλοντος. Να στήσουν ή να συνεχίσουν τη ζωή τους πάνω σε σαθρά θεμέλια, σε αρρωστημένες κοινωνικές σχέσεις. Και επιλέγουν τον όχι εύκολο δρόμο να ξαναρχίσουν τη ζωή τους αλλού, με λίγες σχέσεις, με ελάχιστες γνωριμίες, με δυσκολίες προσαρμογής και αποδοχής.

Έτσι όμως επιβίωσε ο Ελληνισμός όλα αυτά τα χρόνια, μακριά από το υστερόβουλο ψέμα ότι ελληνικό είναι μόνο ό,τι ανήκει στο Ελλαδικό κράτος, που στρεβλώνει την ιστορική αλήθεια: 

Ελληνικό είναι ό,τι ανήκει στους Έλληνες, και σε όσους θεωρούν τους εαυτούς τους Έλληνες, η περιουσία, η τεχνογνωσία, η γνώση. Ανάμεσα σε αυτά είναι και το μερίδιό τους στο αποτυχημένο ελληνικό κράτος, το οποίο δημιούργησαν οι πρόγονοί τους με πολλές θυσίες προκειμένου να στηρίζει τις προσπάθειές και τους κόπους των Ελλήνων για ευημερία, ενώ αυτό τους κατέστρεψε.

Τη χώρα ταυτόχρονα την εγκαταλείπουν και οι πιο παραγωγικοί μετανάστες, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να βρουν μια δουλειά και ασφάλεια στον τόπο καταγωγής τους, που ενδεχόμενα αναπτύσσεται με ρυθμούς καλύτερους από τους ελληνικούς.

Κάθε μέρα μένουν και πιο λίγοι για να πληρώσουν πιο πολλά παράγοντας λιγότερα.

Μαθηματικά η μόνη πιθανότητα να αντιστραφεί αυτή η πορεία είναι με μια μαζική εισροή επενδυτικών κεφαλαίων για την ανάπτυξη της παραγωγής και η προσέλκυση ανθρώπινων παραγωγικών πόρων στη χώρα.

Η Ελλάδα είχε την ευλογία να δεχτεί στο έδαφός της έναν μεγάλο αριθμό από ανθρώπους, κυρίως νέους και παραγωγικούς τα τελευταία 30 χρόνια, η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων ενσωματώθηκε στον παραγωγικό της ιστό στη βάση της παραγωγικής πυραμίδας, αρχικά στην ανεπίσημη οικονομία με πολύ χαμηλό εργατικό κόστος, διατηρώντας έτσι τα επίπεδα ανταγωνιστικότητας που της επέτρεψαν να μειώσει το έλλειμμα και να εισέλθει στην ευρωζώνη.

Η ροή αυτή προήλθε από διαφορετικές κατευθύνσεις: την Πολωνία, αρχικά, και λιγότερο
άλλες χώρες του καταρρέοντος ανατολικού μπλοκ που το παραγωγικό δυναμικό εγκατέλειπε, την Αλβανία στη συνέχεια και άλλες βαλκανικές χώρες, και από ένα σημείο και μετά αυξήθηκαν οι ροές από τη Μέση Ανατολή (Αίγυπτο, Συρία) και από άλλες δυτικής κουλτούρας χώρες, όπως η Περσία, αλλά και χώρες της Άπω Ανατολής, με συμπεριφορά εύκολα συμβατή με τον δυτικό φιλελεύθερο κόσμο. Οι πληθυσμοί αυτοί αφομοιώνονται γρήγορα στην Ελληνική κοινωνία, παρουσιάζουν υψηλούς δείκτες εκπαίδευσης και κινητικότητας, καθώς πρόκειται για πληθυσμούς που είτε έχουν αστικά χαρακτηριστικά είτε είναι σαφέστατα συνδεδεμένοι με τη Δύση και είναι σε θέση να τα αποκτήσουν άμεσα.

Στους πληθυσμούς αυτούς προστέθηκαν οι εσφαλμένα αποκαλούμενοι μαζικά επαναπατρισθέντες της Μαύρης Θάλασσας. Οι πληθυσμοί αυτοί έχουν δύο προελεύσεις: μια από ρίζα είναι από τους ελληνόφωνους πληθυσμούς που κατοικούσαν εκεί από την αρχαιότητα και μια δεύτερη από τους 100.000 Έλληνες που εγκατέλειψαν τη χώρα προς τις χώρες του Ανατολικού μπλοκ μετά τον εμφύλιο. Οι δεύτεροι προέρχονται από όλες τις περιοχές της πρώην ΕΣΣΔ και την ανατολική Ευρώπη. Οι πρώτοι, παρότι ανήκουν αναμφισβήτητα στο ελληνικό στοιχείο, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθούν επαναπατριζόμενοι: η πατρίδα τους είναι εκεί που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν αυτοί και οι πρόγονοί τους. Είναι μετανάστες και πρόσφυγες σε μια χώρα τη γλώσσα της οποίας έπρεπε να μάθουν από την αρχή, όπως και όλοι οι άλλοι.

Από το 2006 και μετά οι ροές από τις βαλκανικές και ευρωπαϊκές χώρες μειώνονται και σε αρκετές περιπτώσεις αντιστρέφονται. Αντίθετα, αυξάνουν εκρηκτικά οι ροές από τις περιοχές της κεντρικής Ασίας, μέσω Τουρκίας: κουρδικοί πληθυσμοί, Αφγανοί, Ιρακινοί, και από άλλες χώρες της περιοχής.

Δυστυχώς η χώρα έμεινε λίγο ελκυστική για νέους από προηγμένες χώρες, λόγω των στρεβλώσεων της οικονομίας της.

Τα τελευταία όμως χρόνια αυξήθηκαν κατακόρυφα οι ροές από χώρες της κεντρικής Ασίας και της Υποσαχάριας Αφρικής. Η κατάρρευση του κράτους οδήγησε και στην κατάρρευση της φύλαξης των συνόρων. Τοπικά μικροσυμφέροντα λαθρεμπορίας ανθρώπων, η αντίδραση των στρατιωτικών στη μεταφορά πόρων (ανθρώπινων και οικονομικών) άμεσα ή έμμεσα από άχρηστες στρατιωτικές δαπάνες στην ουσιαστική φύλαξη των συνόρων από τη λαθρομετανάστευση, καθώς κάποιοι επαγγελματίες θάπρεπε να κάνουν μια πραγματικά δύσκολη δουλειά, αντί να κάνουν μόνιμες διακοπές σε στρατόπεδα από την Καστοριά ως την Πελοπόννησο, με άμισθους υπηρέτες τους νέους της χώρας, συνδυασμένα με τον φόβο της πολιτικής τάξης και την ανικανότητά της να δράσει, επέτρεψε να γίνει η χώρα αποδέκτης μεταναστευτικών ροών που δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί.

Οι πληθυσμοί αυτοί, έχουν σαφέστατα πολύ μικρότερη ικανότητα αφομοίωσης στον δυτικό τρόπο ζωής, καθώς προέρχονται από κοινωνίες με πολύ διαφορετικό σύστημα αξιών και επίπεδο ανάπτυξης, και απαιτούν πολύ μεγαλύτερες προσπάθειες αφομοίωσης για τη χώρα υποδοχής.

Εδώ είμαστε τώρα.

Από τα παραπάνω το περίγραμμα του προβλήματος είναι σαφές: στην επικράτεια ζουν περίπου 1,2 - 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι, οι οποίοι διαμένουν στη χώρα 5,10, 20, 30 χρόνια και μερικές δεκάδες χιλιάδες που προέκυψαν τα τελευταία χρόνια. Οι πρώτοι κατά πλειοψηφία ρίζωσαν εδώ, όπως ρίζωσαν και ριζώνουν οι Έλληνες μετανάστες στον κόσμο, και αποτελούν ουσιαστικό μέρος του παραγωγικού δυναμικού μιας χώρας που γερνάει και χάνει τους νέους της. Τα παιδιά τους δεν γνωρίζουν άλλη πατρίδα, όπως τα παιδιά των Ελλήνων στο εξωτερικό. Εδώ μεγάλωσαν και μεγαλώνουν, εδώ ερωτεύτηκαν, πληγώθηκαν, εδώ βλέπουν τους προγόνους τους να πεθαίνουν. Εδώ σχεδιάζουν το μέλλον τους με τον ίδιο τρόπο που το σχεδιάζουν ή προσπαθούν να το σχεδιάσουν όλοι οι Έλληνες.

Ταυτόχρονα η χώρα δέχεται πιέσεις μεταναστευτικών ροών από άλλους πληθυσμούς που δεν είναι εύκολα αφομοιώσιμοι, ούτε σε σχέση με την ποσότητα ούτε σε σχέση με την ποιότητα τους, στην παρούσα συγκυρία.

Το ελληνικό κράτος πρέπει να βρει τρόπο, ιδέες, μέσα και κουράγιο να τις ελέγξει συντεταγμένα, χωρίς ρατσιστικές εξάρσεις αλλά ούτε απλουστευτικές προσεγγίσεις. Ξεκινώντας από τη βασική αρχή ότι κανένα ανθρώπινο ον δεν είναι κατώτερο από κάποιο άλλο, η οποία όμως δεν συνεπάγεται ότι είναι δυνατόν οποιοσδήποτε να εγκατασταθεί οπουδήποτε. Από εκεί και πέρα κάθε ιδέα (οικονομικά κίνητρα και αντικίνητρα, διαδικασίες επαναπατρισμού) είναι συζητήσιμη στον βαθμό που δεν παραβιάζει βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

Αυτές οι ροές προς τη χώρα πρέπει να σταματήσουν άμεσα, αναλαμβάνοντας μόνο το μερίδιο που μας αναλογεί - και μας προσφέρθηκε όταν το χρειαστήκαμε και θα περιμένουμε να μας προσφερθεί ξανά στην απευκταία αλλά όχι απίθανη περίπτωση που μας χρειαστεί πάλι - στην ανθρωπιστική υποδοχή των καταδιωγμένων.

Το να συζητάει όμως κανείς το αυτονόητο, ότι δηλαδή οι άνθρωποι που ζουν στη χώρα χρόνια καθώς και οι απόγονοί τους είναι τόσο Έλληνες όσο όλοι μας, είναι σαν να συζητά τη δυνατότητα του Ομπάμα να γίνει Πρόεδρος των ΗΠΑ όντας γιος ενός Αφρικανού μετανάστη, ή του Σαρκοζί να γίνει Πρόεδρος της Γαλλίας γιος ενός Ούγγρου μετανάστη. Ή, ακόμη περισσότερο, να συζητά τη δυνατότητα των 10 εκατομμυρίων ελληνικής καταγωγής πολιτών ανά τον κόσμο, που αναδεικνύονται σε θέσεις και αξιώματα και συμμετέχουν στην πολιτική ζωή των νέων τους πατρίδων, χωρίς να παραμένουν αιχμάλωτοι και απάτριδες.

Είναι σαν να τραβάει την αόρατη εκείνη γραμμή του φυλετικού διαχωρισμού στις τάξεις των σχολείων, στο γήπεδο, στην οικογένεια, στον δρόμο. Τη γραμμή που επάνω της πατάει ο αληθινός φασισμός. Η πολιτικάντικη αυτή συζήτηση δεν αποδυναμώνει τους φασίστες. Φέρνει το παιχνίδι στο γήπεδό τους, νομιμοποιεί τη στάση τους, όπως νομιμοποίησε στη συνείδηση των ανθρώπων και τον αντιμνημονιακό λόγο, την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει κάποιος άλλος εναλλακτικός μαγικός δρόμος εκτός από την καταστροφή. Νομιμοποιεί ως μόνο πόλο απέναντί τους τον αριστερισμό. Το αστικό πολιτικό σύστημα με τον ανερμάτιστο καιροσκοπισμό του υπογράφει τον θάνατό του, μαζί με αυτόν και της χώρας.

Κάθε νέος και παραγωγικός άνθρωπος, που αισθάνεται μέλος της κοινωνίας της, σε μια χώρα που γερνάει και μικραίνει είναι ο πιο πολύτιμος πόρος ανάπτυξης.

Έτσι ο Ελληνισμός εξελίχθηκε. Είμαστε όλοι μας απόγονοι όλων των φυλών που πέρασαν και ρίζωσαν σε αυτόν τον τόπο, είμαστε απότοκοι των μεγάλων κινήσεων πληθυσμών της ιστορίας από την αρχαιότητα ως τα σύγχρονα χρόνια: Δωριείς, Αχαιοί, Μινωίτες, Σημιτικά φύλα, Φοίνικες, Έρουλοι, Μακεδόνες, Πέρσες, Ρωμαίοι, Οθωμανοί, σταυροφόροι από πολλές περιοχές, Ενετοί, Γενοβέζοι, Καταλανοί, Γάλλοι, Άγγλοι, Αρβανίτες, Σλάβοι σε διάφορες εποχές, και άλλοι και άλλοι πολλοί.

Γι' αυτό είμαστε, και καλό θα ήταν να αισθανόμαστε επίσης, «ωραίοι σαν Έλληνες». Γιατί πετύχαμε το θαύμα να επιβιώσει και να αναγεννηθεί η συλλογική συνείδηση του ανήκειν σε κάτι που μας ξεπερνάει και νοηματοδοτεί την ταυτότητά μας, και το αποκαλούμε ελληνισμό.

Η χώρα που θα εισαγάγει ή θα διατηρήσει επί μακρόν φυλετικούς διαχωρισμούς στον πληθυσμό της είναι καταδικασμένη είτε να τον χάσει είτε να αλληλοσκοτωθεί.

Το έθνος μας, το χρεοκοπημένο κράτος και το αστικό πολιτικό σύστημα που θα παρέχει ηθική δικαίωση στον ρατσισμό για κοντόφθαλμους λόγους μικροπολιτικής σκοπιμότητας, είναι καταδικασμένο να ξαναζήσει ότι θάθελε να ξεχάσει πως έχει ήδη ζήσει.

Η μόνη διαφορετική εκδοχή στην παραπάνω νομοτέλεια είναι ο κεντρώος, αστικός, φιλελεύθερος χώρος να κατορθώσει να παίξει τον ρόλο της αντιπολίτευσης και να μην επιτρέψει να τον υφαρπάξουν αριστεριστές, λαϊκιστές και φασίστες.

Μπορεί;


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος






Friday, November 16, 2012

Ηγεσία και ηγέτες


Share/Bookmark

Υπάρχει μια πολύ μεγάλη και αναλυτική βιβλιογραφία γύρω από το leadership, τόσο σε επιχειρηματικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο, η οποία προσπαθεί να απαντήσει σε βασικά ερωτήματα τα οποία θα προσπαθήσω να παρουσιάσω απλοποιημένα και παραδειγματικά:

Θα ήταν η Αθήνα ίδια εάν στη θέση του Περικλή ήταν κάποιος άλλος ή, αν ήταν κάποιος άλλος στη δεδομένη Αθήνα, θα γινόταν ένας άλλος Περικλής; Αν δεν πέθαινε ο Περικλής στον λοιμό, μήπως θα είχε άλλη τροπή ο πόλεμος;

Εάν ο Αλκιβιάδης ήταν ενάρετο παιδί και όχι ο πιο ωραίος, πιο πλούσιος και πιο τσόγλανος μαθητής του Σωκράτη, θα είχε πάρει άλλη τροπή η ιστορία ή θα είχε εμφανιστεί ένας άλλος Αλκιβιάδης να του πάρει τη θέση;

Γέννησε ο φασισμός τον Χίτλερ ή ο Χίτλερ έδωσε τη μορφή και την έκταση που γνωρίζουμε στον φασισμό; εάν στη θέση του ήταν για παράδειγμα ο Ernst Röhm, ο φασισμός θα είχε πάρει άλλη τροπή;

Ήταν ο Λένιν η αιτία επιβολής του περίφημου Δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, ο οποίος οδήγησε στον ολοκληρωτισμό, καθώς εξαφάνισε τις τάσεις και αντιθέσεις στο κόμμα, και στη συνέχεια σε ένα από τα πλέον αιμοβόρα καθεστώτα φόβου που γνώρισε η ανθρωπότητα, το οποίο διήρκεσε για κοντά 70 χρόνια ή ήταν το φεουδαρχικό παρελθόν της Ρωσίας που θα οδηγούσε αναγκαστικά σε έναν Λένιν και, κατά συνέπεια, σε έναν Στάλιν;

Εάν τη συντηρητική παράταξη στην Ελλάδα δεν την αναλάμβανε ο ανοιχτόμυαλος Καραμανλής αλλά ένας πιο συντηρητικός πολιτικός σαν τον Αβέρωφ, που δεν είχε τις ηγετικές δυνατότητες του Καραμανλή, θα αναπτύσσονταν η Ελλάδα με τον ίδιο τρόπο ως το 1963, διατηρώντας κάποια βασική δημοκρατία σε δύσκολες συνθήκες μετά από έναν εμφύλιο, ή θα είχε καταλήξει σε μια δικτατορία τύπου Σαλαζάρ νωρίτερα; Εάν δεν υπήρχε αυτός ο οραματιστής πολιτικός με τις βαθιές πεποιθήσεις, θα είχε οδηγηθεί η χώρα στην Ευρώπη ή θα είχε ήδη τη μοίρα της Γιουγκοσλαβίας;

Αν στη θέση του λαϊκιστή και εθνικιστή Μιλόσεβιτς είχε βρεθεί κάποιος άλλος, μήπως η διαδικασία διάσπασης της Γιουγκοσλαβίας θα είχε γίνει χωρίς πολέμους και βασανιστήρια, χιλιάδες χαμένες ζωές και μια χαμένη γενιά; Θα μπορούσε όμως να προκύψει κάποιος άλλος από το σύστημα αυτό;

Αν στη θέση του Περόν ή του Παπανδρέου ήταν ένας σοβαρός σοσιαλδημοκράτης πολιτικός, μήπως είχαν πάρει άλλη τροπή τα πράγματα στις δύο χώρες; Θα μπορούσε όμως να αναδειχτεί κάποιος σοβαρός ηγέτης από την Αριστερά στην Ελλάδα, σε μια χώρα που οι σταλινική αριστερά είχε εξολοθρεύσει τα καλύτερα στελέχη της αστικής και καλλιεργημένης Αριστεράς συστηματικά και επί 30 χρόνια;

Αν το αντίστοιχο σύστημα του ΚΚΣΕ δεν είχε κατορθώσει να ξεπεράσει τον εαυτό του και να προωθήσει έναν ηγέτη με αντίληψη της ροής της ιστορίας, όπως ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, αλλά είχε φέρει στην εξουσία έναν αντίστοιχο Μιλόσεβιτς, ο οποίος θα προσπαθούσε να συντηρήσει δια της απόλυτης βίας αυτό που πεθαίνει, με το οποίο συνέδεσε το μέλλον του, και όχι να βοηθήσει αυτό που πάει να γεννηθεί με δυσκολίες, έστω και εάν δεν τον περιλαμβάνει, θα ζούσαμε εμείς σήμερα για να το συζητάμε;

Δεν έχω έτοιμες απαντήσεις. Μπορώ να βοηθήσω με κάποιες σκέψεις και, για όποιον ενδιαφέρεται, τη σχετική βιβλιογραφία.

Εκείνο που είναι μάλλον βέβαιο είναι ότι ο ηγέτης εμπεριέχει καταρχήν τις αντιφάσεις της εποχής του, αλλιώς δεν θα μπορούσε να αναδειχτεί.

Το κύριο στοιχείο της ηγετικής φυσιογνωμίας είναι η δυνατότητα ανάπτυξης ενός συναισθηματικού δεσμού μεταξύ αυτού και μεγάλης μερίδας των πολιτών (αγάπης ή μίσους σε διάφορες εντάσεις, ανάλογα την εποχή και την κουλτούρα). Ποτέ όμως αδιαφορίας. Ο δεσμός αυτός προϋποθέτει την ύπαρξη κοινών στοιχείων μεταξύ τους. Οι πολίτες αναγνωρίζουν στους ηγέτες κάτι από τον εαυτό τους, αλλά και κάτι παραπάνω που αυτοί δεν περιέχουν ή ,καλύτερα, δεν γνωρίζουν ότι περιέχουν και ο ηγέτης τούς το αποκαλύπτει.
Ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας μέσω του άλλου. Για να το κάνουμε αυτό προϋποτίθεται ένα ισχυρό κίνητρο, καθώς κάθε δική μας αλλαγή είναι επώδυνη.

Δεν αγαπούμε ή μισούμε κάτι που μας είναι αδιάφορο, ένα συλλογικό όργανο για παράδειγμα, μια ιδέα, μια σκέψη. Δεν παθιαζόμαστε με μια επιτροπή ή ένα συμβούλιο. Οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι από σάρκα και επιθυμίες και προγραμματισμένοι να συνδέονται με ανθρώπους. Αγαπούμε ή μισούμε συγκεκριμένους ανθρώπους που περιέχουν κάτι που μας αγγίζει, κάτι από εμάς τους ίδιους, κάτι ικανό να μας επηρεάσει και να μας αλλάξει, να μας βάλει στο επίπονο παιχνίδι του διαλόγου.

Είναι ο λόγος για τον οποίο, για όσους έχουμε εμπειρία από διδασκαλία σε όποιο επίπεδο, γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει συλλογική διδασκαλία : ο δάσκαλος, ο οποίος οφείλει να έχει ηγετικά χαρακτηριστικά, είναι ένας και είναι και αυτός που μαθαίνει από τους μαθητές, εάν είναι καλός δάσκαλος. Σε διαφορετική περίπτωση οι μαθητές δεν του αναγνωρίζουν το δικαίωμα να διδάσκει. Παρεμπιπτόντως, για όσους δεν το γνωρίζουν, υπάρχουν μερικές χιλιάδες δάσκαλοι που έχουν απομακρυνθεί από τα σχολεία ως ακατάλληλοι, αρκετοί ανάμεσά τους γιατί  «δεν τόχουν», δεν μπορούν να σταθούν σε τάξη, τους αποβάλλουν οι μαθητές τους. Έτσι λιμνάζουν στις υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας, διότι δεν μπορεί να απολυθούν. Απλά πληρώνονται. Τέλος της παρένθεσης.

Οι ηγετικές φυσιογνωμίες περιέχουν τις αντιφάσεις και τους φόβους των ομάδων στις οποίες ηγούνται, αλλά και κάτι επιπλέον: αφενός την απαιτούμενη παιδεία και καλλιέργεια, που επιτρέπει τον μετασχηματισμό των αντιφάσεων σε πρόταση δράσης (βέβαια όχι πάντα με επάρκεια) αλλά και κάτι ακόμη: μιλούν στην ψυχή (όχι με τη μεταφυσική έννοια). Οι καλοί ηγέτες μιλούν στην ψυχή με τον νου και ακούνε με τον νου. Οι λαϊκιστές ηγέτες μιλούν και ακούν με το συναίσθημα, ενώ ο νους τους υποτάσσεται στο δικό τους συναίσθημα, στον πόθο για εξουσία, δύναμη, ισχύ, απλά επιβίωση.

Οι πολίτες τούς αγαπούν ή τούς μισούν, αλλά ποτέ δεν τους είναι αδιάφοροι. Μπορούν να ταυτίσουν φόβους και ανασφάλειες μαζί τους, αλλά και ελπίδες και προοπτικές. Τους ανατροφοδοτούν και ανατροφοδοτούνται από αυτούς.

Έτσι προχωρά η ιστορία, προσωποποιημένη τραγικά.

Σε συνθήκες σχετικής σταθερότητας οι επιλογές ενός ηγέτη περιορίζονται σε συγκεκριμένα πλαίσια από το σύστημα εντός του οποίου λειτουργεί. Ο Γκορμπατσόφ δεν θα μπορούσε να υπάρξει το 1970, ή ίσως να υπήρξε και να μη χρειάστηκε να το μάθουμε. Σε οριακές συνθήκες όμως οι επιλογές τους είναι κρίσιμες.

Η ελληνική πολιτική ηγεσία, όπως όλοι οι ανασφαλείς και ανεπαρκείς άνθρωποι, είναι δειλή και φοβισμένη. Και αυτή τη δειλία την καταλαβαίνει ο μέσος πολίτης. Σαν τον μαθητή που καταλαβαίνει ότι ο δάσκαλος φοβάται και δεν μπορεί να το κρύψει. Φοβάται γιατί δεν έχει την παιδεία και την καλλιέργεια να κάνει αυτή τη δουλειά, γιατί δεν εμφορείται από βαθιές πεποιθήσεις συγκροτημένες σε ένα σύστημα αξιών. Γιατί κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τον εαυτό του όταν πρέπει και να κυριαρχήσει στα πάθη του, να στεγνώσει την ψυχή του, που είπε ο Καραμανλής.

Η ισχύς των ηγετικών φυσιογνωμιών εδράζεται στο προσωπικό στοιχείο της σχέσης που αναπτύσσεται: κάθε μαθητής έχει μια συγκεκριμένη εικόνα του δασκάλου και τη μοιράζεται με τους υπόλοιπους, κάθε πολίτης έχει μια συγκεκριμένη εικόνα της ηγετικής φυσιογνωμίας, αποκλειστικά δική του, και τη μοιράζεται με τους υπόλοιπους. Οι ηγετικές φυσιογνωμίες γίνονται ο κρίκος που ενώνει συναισθήματα, καλά ή κακά,  και μέσα από αυτά κινητοποιούν τον διάλογο, άρα τη σκέψη, και δημιουργούν συνθήκες πολιτικών δράσεων.
Το προσωπικό δράμα των ηγετών γίνεται συλλογικό πολιτικό δράμα σε πολλές εκδοχές που το βιώνει ο κάθε πολίτης χωριστά, με τον τρόπο που το αντιλαμβάνεται. Κατά κάποιον τρόπο οι ηγέτες λειτουργούν ως καταλύτες στο πλαίσιο ενός συστήματος που περιέχει όλα τα στοιχεία που επιτρέπουν την κίνηση, εκτός από την κινητήρια δύναμη: το συναίσθημα, την έλξη.

Υπάρχουν καλοί και κακοί ηγέτες, υπάρχουν ικανοί και λιγότερο ικανοί και μέτριοι.

Κάποια από τα κριτήρια αξιολόγησης είναι τα ακόλουθα:

Ένας βασικός τρόπος να τους αξιολογήσει κανείς είναι ελέγχοντας ποιους προσελκύουν κοντά τους. Ηγέτες οι οποίοι δεν ανέχονται και δεν παλεύουν να προσελκύσουν ικανότερους από τους ίδιους δίπλα τους είναι κατά τεκμήριο οι ίδιοι ανίκανοι. Η δική μας ελληνική πολιτική ηγεσία είναι προφανώς ανεπαρκής με αυτό το κριτήριο, αρκεί να δούμε ποιους οι άνθρωποι αυτοί μαζεύουν γύρω τους. Ποιους διαλέγουν για συνεργάτες και για αντιπάλους.

Ηγέτες που στερούνται παιδείας ή/και ευφυΐας και είναι προφανώς ανασφαλείς δεν είναι κατάλληλοι. Ακόμη και εάν είναι ευφυείς, είναι αντιπαραγωγικοί και επικίνδυνοι,  καθώς δημιουργούν ένα σύστημα που προάγει τη μετριότητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την καθαρή βλακεία. Συνήθως κινούνται από το ένστικτο της επιβίωσης, καθώς στερούνται ενός στέρεου συστήματος αξιών που να δίνει νόημα στη ζωή τους και, συνεπώς, και στις επιλογές τους.

Ένα άλλο κριτήριο είναι η ηγετική ικανότητα. Να μπορούν να μιλούν στην ψυχή των πολιτών χρησιμοποιώντας τον νου τους, να ακούνε με τον νου και να βλέπουν με την ψυχή τους.

Και ένα τελευταίο: να έχουν τη  δυνατότητα να νικήσουν τους φόβους που πηγάζουν από τις δικές τους ανασφάλειες, ώστε να μην κυριαρχήσει την κρίσιμη στιγμή η δειλία. Αυτό προϋποθέτει ευρύτητα πνεύματος και αντοχή, ώστε να είναι σε θέση να αμφισβητήσουν τον εαυτό τους και να τα βρουν μαζί του. Αν κάποιος μπορεί να ελέγξει τους φόβους του νικώντας τον εαυτό του, μπορεί να νικήσει και τα μικροσυμφέροντα της εκλογικής του περιφέρειας.

Μια ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική άσκηση θα ήταν να προσπαθήσουμε, ο καθένας μόνος του, να βάλει ονόματα πλάι στα παραπάνω κριτήρια (ξεκινώντας από το δικό μας για να είμαστε δίκαιοι).

Για να μην παρεξηγηθεί: κανείς δεν αμφισβητεί την καθοριστική σημασία των συλλογικών κοινωνικών διαδικασιών, τη σημασία της υποδομής,  εμπειρίας και παιδείας της κοινωνίας που αναδεικνύει την ηγεσία σε κάθε τομέα. Αυτό το σύστημα αποτελεί καθοριστικό πεδίο πολιτικής δράσης.

Ελπίζω όμως αυτές οι σκέψεις να συνεισφέρουν στη συζήτηση για το πολιτικό μας σύστημα και τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά του ηγετικού δυναμικού που θα πρέπει να βρούμε τον τρόπο να αναδείξουμε και να συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε στο μέλλον.

Θα ήμουν χαρούμενος, αν μπορούσαν να συνεισφέρουν ελάχιστα και στην αυτογνωσία του κάθενός από εμάς που, εκόντες άκοντες, οι περισσότεροι άκοντες, βρεθήκαμε να συμμετέχουμε στην προσπάθεια αυτή, καθώς κατά την γνώμη μου η πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα έχει κεντρικό θέμα τη δυνατότητα του πολιτικού συστήματος και του συστήματος παιδείας - της κοινωνίας μας, με δυο λόγια - να παράγει επαρκή, εκπαιδευμένη, υπεύθυνη και εμπνευσμένη ηγεσία, που να στηρίζεται σε αρχές, να διαφωνεί και να διαλέγεται με βάση αυτές και να είναι ικανή να εμπνεύσει με τη σειρά της τους πολίτες.


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος



εικόνα: Ο Περικλής αγορεύων στην Πνύκα, τοιχογραφία στο Maximmileaneum Palace Μονάχου, του Philipp von Foltz (1860)





Tuesday, November 6, 2012

Φωτοβολταϊκά και αλληλεγγύη


Share/Bookmark
Η κουτοπονηριά του ελληνικού κράτους σε όλο της το μεγαλείο: κάποιος σχεδιάζει μια μικρή ή μεγάλη επένδυση, σε έναν τομέα που η χώρα θέλει να αναπτύξει έντονα, κάνει ένα Business plan, έσοδα - έξοδα, ρίσκο, λειτουργία, δάνειο, αποπληρωμή , κέρδος , για μια εικοσαετία. Επενδύει τελικά θεωρώντας δεδομένες τις συνθήκες σε μια ασφαλή επένδυση και παραγωγική (κάθε κιλοβατώρα από ηλιακά μειώνει αντίστοιχα τα ορυκτά και το πετρέλαιο, ενώ μπορεί να εισφέρει συνάλλαγμα και φόρους εφόσον εξάγεται, μειώνει την πληρωμή δικαιωμάτων ρύπανσης αντίστοιχα και, φυσικά, έχει θετικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα). 


Και μετά ήρθε το κράτος. Καταργώντας το συμβόλαιο εμπιστοσύνης με τον πολίτη και τον επενδυτή, αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού κατά τη διάρκεια. Πάρε μια εισφορά αλληλεγγύης 30%. Έτσι, χωρίς άλλο. Τόσα μας λείπουν.


Τι κι αν αυξάνει το κόστος παραγωγής σε σύγκριση με τα συμβατικά καύσιμα,

τι κι αν κάνει ασύμφορο ένα συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας, 

τι κι αν σκοτώνει μια παραγωγική δραστηριότητα εν τη γενέσει,

τι κι αν λογιστικά καθαρά θα χάσει περισσότερο από όσα κερδίζει (δεν θα εγκατασταθούν άλλες μονάδες, άρα όχι φόροι επί της επένδυσης, της λειτουργίας ΦΠΑ κλπ)

τι κι αν θα αποθαρρύνει κάθε υποψήφιο επενδυτή (ποιος θα επενδύσει σε μια χώρα που το κράτος απλά αρπάζει όπως και όταν κρίνει σκόπιμο; ποιος θα επένδυε στην καταρρέουσα οθωμανική αυτοκρατορία; ποιος θα φέρει ή θα κρατήσει την περιουσία του στην Ελλάδα;)


Αρκεί που θα αρπάξουμε κάτι ψιλά άμεσα .... και δεν θα ανταγωνίζονται αυτοί οι φωτοβολταϊκοί τα καμάρια της ελληνικής παραγωγής της ΔΕΗ, τις κατάμαυρες λιγνιτικές μονάδες που ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΤΟΝ ΛΙΓΝΙΤΗ!!!!


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος

Monday, November 5, 2012

Η χώρα σε είκοσι χρόνια από σήμερα


Share/Bookmark
Μια ενδιαφέρουσα ερώτηση που υποκρύπτει το πραγματικό πολιτικό δίλημμα, έθεσε ένας φίλος σε μια συνάντηση:

Πώς θα θέλαμε να είναι η χώρα σε είκοσι χρόνια από σήμερα;


Η απάντηση μπορεί να έχει πολλές μορφές αλλά, κατά κύριο λόγο, είναι κατά τη γνώμη μου μία:

Μια φυσιολογική χώρα με φυσιολογικά προβλήματα και φυσιολογικές δυνατότητες, ανάμεσα στις ανεπτυγμένες χώρες του πολιτισμένου κόσμου.

Θα μπορούσε κάποιος να το κάνει πιο συγκεκριμένο στα βασικά του χαρακτηριστικά, για να έχει απτό και πρακτικό νόημα για τον πολίτη:

Σε 20 χρόνια το κράτος θα απορροφά το 30% του ΑΕΠ και θα το επιστρέφει ακέραιο σε υπηρεσίες στην κοινωνία, έναντι του 45% και, ανάλογα τη μέτρηση, 50% που απορροφά σήμερα.

Οι υπηρεσίες που θα επιστρέφει το κράτος θα καλύπτουν κατ' ελάχιστον, πλήρως και χωρίς άλλη δαπάνη από πλευράς του πολίτη:
Τη λειτουργία της Δημοκρατίας,
Την ασφάλεια του πολίτη,
Την έγκαιρη, αδέκαστη και δωρεάν απονομή δικαιοσύνης και εφαρμογή των αποφάσεων,
Την παιδεία όλων των νέων ως την ενηλικίωση και την ανώτατη και εξειδικευμένη εκπαίδευση ενός σημαντικού αριθμού από αυτούς που διαθέτουν το αντίστοιχο ταλέντο και δυνατότητες,
Ένα βασικό δίχτυ προστασίας υγείας για όλους,
Ένα βασικό δίχτυ κοινωνικής προστασίας (βασική σύνταξη, και λοιπή πρόνοια για όλους),
Τη διασφάλιση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού και ελευθερίας για κάθε παραγωγική ιδέα που μπορεί να αναπτυχθεί στη χώρα,
Τη διασφάλιση του φυσικού περιβάλλοντος για τις ερχόμενες γενιές με βάση την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης,
Τη διασφάλιση της σχέσης εμπιστοσύνης κράτους – πολίτη.


Η απάντηση αυτή, όμως, όπως και η προηγούμενη, δεν λύνει το πολιτικό πρόβλημα, όχι γιατί είναι λίγες ως απαντήσεις αλλά γιατί το ερώτημα είναι κάπως λειψό.

Το ορθό ερώτημα είναι, κατά τη γνώμη μου, με ποιο πολιτικό σύστημα μπορούμε να πετύχουμε να γίνει η χώρα αυτό που θέλουμε.

Το πολιτικό σύστημα είναι ουσιαστικά ο πυρήνας της εξέλιξης της κοινωνίας προς μια κατεύθυνση ή προς μια άλλη. Είναι έκφρασή της και ταυτόχρονα οδηγός της.

«Ουδείς μπορεί να δώσει απάντηση στην ερώτησή σας για ποιο λόγο, κάποιος, σε μιαν ορισμένη στιγμή, δεν δημιούργησε κάτι. Η συγκρότηση ενός λαού σε πολιτική κοινωνία δεν είναι δεδομένη, δεν είναι κάτι που χαρίζεται, αλλά κάτι που δημιουργείται. Μπορούμε απλώς να διαπιστώσουμε ότι, όταν απουσιάζει μια τέτοια δημιουργία, τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης κατάστασης διατηρούνται ή αλλάζουν μόνο μορφή», όπως ορθά λέει ο Κορνήλιος Καστοριάδης.

Η διαμόρφωσή του πολιτικού συστήματος εξαρτάται από τη δράση μας και την αντίδρασή του.

Πώς φανταζόμαστε το πολιτικό σύστημα της χώρας μας να λειτουργεί υγιώς σε 5,10, 20 χρόνια από σήμερα και τον εαυτό μας εντός αυτού;

Φανταζόμαστε μήπως ένα μεταρρυθμιστικό κόμμα με τον γενικό τίτλο Μεταρρυθμιστικό ή άλλο παρόμοιο, της Αρετής, για παράδειγμα, ή της Απελευθέρωσης, να κυριαρχεί με 60%; Συνέβη και αυτό σε χώρες κυρίως του τρίτου κόσμου πριν αποκτήσουν σταδιακά σύγχρονα χαρακτηριστικά (Τουρκία, Μεξικό και σε πολλές άλλες κυρίως της Λατινικής Αμερικής).

Βέβαια, αυτό κρύβει μια παγίδα, καθώς την έννοια της μεταρρύθμισης διεκδικεί κατά κάποιον τρόπο και η ΧΑ και ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά προς μια κατεύθυνση εντελώς διαφορετική από αυτή στην οποία εγώ – ή εμείς- πιστεύουμε.

Το πρόβλημα με αυτή την προσέγγιση είναι ότι δεν λύνει το πολιτικό πρόβλημα το οποίο συνίσταται με δυο λόγια στο να υπάρχουν οι κατάλληλοι αντίπαλοι, αυτοί των οποίων η σκέψη οικοδόμησε και συνεχίζει να οικοδομεί τον σύγχρονο κόσμο, ώστε να μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος, σύγκρουση, σύνθεση και επομένως πρόοδος.

Εγώ θα έλεγα ότι το ουσιαστικό για τη χώρα μας, για να γίνει μέρος του ανεπτυγμένου κόσμου, είναι να αναπτύξει τον διάλογο του ανεπτυγμένου κόσμου.

Ο διάλογος αυτός στηρίζεται σε βασικά ρεύματα σκέψης και πολιτικής δράσης που διαφέρουν ως προς τις ρίζες, το αξιακό τους σύστημα, την οικονομική προσέγγιση τόσο της διαδικασίας παραγωγής όσο και της διανομής του πλούτου, το μέγεθος της αναγκαιότητας του πλούτου και την ηθική βάση της αναγκαιότητας αυτής, την έννοια της ατομικής και συλλογικής ευθύνης και άλλα πολλά.

Τα ρεύματα αυτά και οι αντίστοιχες πολιτικές έχουν τη ρίζα τους στη φιλελεύθερη παράδοση, στη σοσιαλδημοκρατική παράδοση και στη συντηρητική παράδοση και στα αντίστοιχα συστήματα σκέψης και αξιών.

Σε αυτές προστέθηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια μια σχετικά νέα πολιτική παράδοση, που επαναδιαμορφώνει τη σχέση του ανθρώπου με το ανθρωπογενές περιβάλλον σε μια νέας μορφής οικονομική και ηθική βάση: το οικολογικό ρεύμα.

Συγκλίνουν και οι 3 + 1 προσεγγίσεις σε ορισμένες βασικές παραδοχές;

Στο υπέρτερο του συλλογικού συμφέροντος έναντι του ατομικού, στην αναγκαιότητα παραγωγής κάποιας μορφής προκειμένου να υπάρχει διανομή πλούτου, στην αποδοχή της αποτελεσματικότητας της λειτουργίας της αγοράς, στην αναγνώριση των σχέσεων ισχύος που διαμορφώνουν την παγκόσμια πολιτική και οικονομική ισορροπία, στην αντίληψη της ιστορικής διάστασης της πολιτικής.

Αυτά τα πολιτικά ρεύματα, μέσα από τη σύγκρουση και σύνθεσή τους, αναδεικνύουν πολιτικές ελίτ και συνιστούν τις δυνάμεις εκείνες που εξασφάλισαν και εξασφαλίζουν την πρόοδο αλλά και τη δημοκρατική συζήτηση στις σύγχρονες δημοκρατίες, αντιπροσωπεύοντας σε υγιείς συνθήκες πάνω από το 80% των πολιτών.

Σε ποσοστά που σε φυσιολογικές συνθήκες δεν ξεπερνούν το 20% συνήθως, περιορίζονται η κρατικιστική κομμουνιστική ορθοδοξία, τα ακραία κινήματα διαμαρτυρίας, αριστεριστές, λαϊκιστές και φασίστες.

Στη χώρα μας, δυστυχώς, οι φορείς που εξέφρασαν κατά καιρούς τα ρεύματα αυτά εκφυλίστηκαν σταδιακά και απορροφήθηκαν από τα φεουδαρχικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας και δεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι μπορούν να ανακαταλάβουν τη θέση τους, με αποτέλεσμα να αφήνουν κενό τον χώρο τους στον λαϊκισμό, τον αριστερισμό και τον καθαρό φασισμό, που έφτασαν το 46% στις ακραίες συνθήκες των τελευταίων εκλογών.

Εάν συμφωνούμε ότι το πολιτικό μας σύστημα, προκειμένου να αναπτύξει σύγχρονα χαρακτηριστικά, θα πρέπει να μετατραπεί σε ένα σύστημα που θα στηρίζεται και θα παρακολουθεί την εξέλιξη της σκέψης, των δράσεων, του διαλόγου, των συγκρούσεων αλλά και της σύνθεσης των ανεπτυγμένων κοινωνιών, συνδεόμενο με αυτές, τότε το πολιτικό ζήτημα τίθεται ως ακολούθως:

Πού τοποθετούμαστε εμείς σε αυτό το πλαίσιο, ποιες οι αρχές, το αξιακό σύστημα αναφοράς και ποια η φιλοδοξία μας;

Ποιους θα θέλαμε να έχουμε απέναντί μας και με αξιοπρέπεια θα επιθυμούσαμε να αναμετρηθούμε μαζί τους στην αρένα του διαλόγου;

Τι μας χωρίζει από αυτούς και τι μας ενώνει;

Πώς θα κατορθώσουμε στη χώρα αυτή να αποκτήσουμε αυτές τις 3-4 βασικές συνιστώσες των σύγχρονων δημοκρατιών;

Πώς θα κατορθώσουμε να επανακαθορίσουμε τον πολιτικό διάλογο σε ένα ουσιαστικό πλαίσιο διαφωνιών που διέπονται από αρχές και όχι από μικροσυμφέροντα;

Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι το πολιτικό ζήτημα που αφορά κάθε έναν από εμάς που συμμετέχει ή θέλει να συμμετάσχει σε μια πολιτική προσπάθεια και, φυσικά, και το ουσιαστικό ζήτημα στρατηγικής για έναν πολιτικό φορέα.


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος