Saturday, December 29, 2012

Τι είναι η ανάπτυξη;


Share/Bookmark
Μην είναι τα εργοστάσια; μην είναι τα πανεπιστήμια; Μην είν’ η γεωργία; Μην είναι ο τουρισμός; Μην είναι η έρευνα; Μην είναι οι υπηρεσίες; Μην είναι τα νοσοκομεία; Μην είναι ο περιορισμός της ηχορύπανσης και της φωτορύπανσης; η ησυχία; Μην είναι η βελτίωση της λειτουργικότητας στην καθημερινότητα όλων; Μην είναι το πιο λειτουργικό, γενικά; Μην είναι το πιο όμορφο; Μην είναι ο περισσότερος ελεύθερος χρόνος; Μην είναι η καθαριότητα; μην είναι το περιβάλλον; Μην είναι η παιδεία; Μην είναι η δημιουργική εργασία; Μην είναι ο πολιτισμός;

Όλα η ανάπτυξη. Κι αυτά κι εκείνα...

Στο κλίμα των ημερών νομίζω ότι είναι καλό να ξεκινήσουμε μια δημόσια συζήτηση περί απλής πολιτικής οικονομίας για την ανάπτυξη. Με απλά παραδείγματα εναλλακτικών επιλογών και αποτελεσμάτων, όπως το αυτοκίνητο, ο φόρος καυσίμων, οι εναλλακτικές επιλογές του τουρισμού, η παραγωγή ενέργειας και το κόστος της, τα δίκτυα, η παραγωγή υπηρεσιών παιδείας, η απελευθέρωση του ωραρίου κλπ. Ποιους ευνοούν, ποιους περιορίζουν και ποιες αναπτυξιακές επιλογές υποκρύπτουν.

Καταρχήν, προτείνω να συζητήσουμε σήμερα για το τι ορίζεται ως ανάπτυξη και, για να διαλυθούν οι αυταπάτες, για το τι ΔΕΝ είναι η ανάπτυξη.

Ταυτίζεται η ανάπτυξη με την ετήσια αύξηση ή μείωση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (του συνόλου της αξίας των αγαθών και υπηρεσιών που παράγει μια κοινωνία, εκφρασμένου σε χρηματικές μονάδες);

Φυσικά, όχι. Αυτό είναι η μεγέθυνση σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Αποτελεί έναν από τους σημαντικούς δείκτες της ανάπτυξης, ειδικά σε μεγάλες συνεχείς χρονικές περιόδους, αλλά δεν είναι αποδεικνύει από μόνη της τη βιώσιμη ανάπτυξη του παραγωγικού δυναμικού. Μια αύξηση του ΑΕΠ μπορεί να οφείλεται σε δανεικά, σε τυχαίους παράγοντες, στην ακραία εκμετάλλευση ευκαιριακών ανθρώπινων πόρων (όπως απελπισμένων μεταναστών), ή ενός άκοπου αλλά πεπερασμένου φυσικού πόρου, σε μια ευνοϊκή πολιτικοοικονομική συγκυρία και σε πολλά άλλα συγκυριακά φαινόμενα, τα οποία συνήθως δημιουργούν στρεβλώσεις. Μπορεί ακόμη να είναι θετική αλλά όχι αρκετά σε σχέση με άλλες οικονομίες, επομένως να οδηγεί σε απόκλιση και συγκριτική υπανάπτυξη.

Η αύξηση του ΑΕΠ από μόνη της, επομένως, δεν αποδεικνύει την Ανάπτυξη.

Ανάπτυξη είναι η βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών με βιώσιμο τρόπο.

Προϋποθέτει με τη σειρά της την παραγωγή πλούτου με βιώσιμο τρόπο, δηλαδή με τρόπο που δεν εξαντλεί τους παραγωγικούς συντελεστές, άνθρωπο και περιβάλλον, και τη διανομή του πλούτου με τρόπο που να μην αποθαρρύνει την παραγωγή του αλλά να διασφαλίζει επίσης τη βελτίωση της ποιότητας ζωής όλων.

Μεταξύ άλλων, σημαντικοί δείκτες που καταγράφουν στοιχεία βιωσιμότητας της ανάπτυξης είναι οι δείκτες παιδείας, η ανταγωνιστικότητα των προϊόντων και υπηρεσιών διεθνώς, ώστε να εξασφαλίζουν διατήρηση της αξίας του ΑΕΠ, ο δείκτης παραγωγικής απασχόλησης των ανθρώπων που μπορούν και θέλουν να απασχοληθούν παραγωγικά,η βιωσιμότητα των παραγωγικών δραστηριοτήτων σε σχέση με το περιβάλλον, η ευρύτερη δυνατή κάλυψη του πληθυσμού στα βασικά αγαθά υγείας, στέγης, διατροφής και παιδείας, η παραγωγή νέας γνώσης και τεχνογνωσίας.

Είναι η ανάπτυξη μια στάσιμη κατάσταση; 

Όχι. Σε έναν εξελισσόμενο κόσμο είναι μια διαρκής αλλαγή. Μια συνεχής μεταβολή στις σχέσεις, αξίες και παραγωγικές δομές μιας κοινωνίας.

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι η Ανάπτυξη δεν είναι μια οικονομική νομοτέλεια, ένας αυτοματισμός. Δεν υπάρχει ουδέτερη ανάπτυξη, ποτέ δεν υπήρξε. Το άχρονο όνειρο των νεοκλασικών του μεσοπολέμου κατέρρευσε στο μεγαλύτερο σφαγείο στην ιστορία.

Η ανάπτυξη είναι ΕΠΙΛΟΓΗ. Ή, καλύτερα, είναι μια σειρά από επιλογές, συνδέεται με μια σειρά από στόχους και ένα σύνολο από μέσα. Εν τέλει, είναι πάντα η κοινωνία που αποφασίζει (ή δεν βρίσκει τον τρόπο να αποτρέψει μια εξέλιξη αποφασίζοντας) με τις σχέσεις ισχύος και τις αξίες πού τις καθορίζουν και διαμορφώνονται εντός της.

Η Δημοκρατία και το κράτος δικαίου έχει, μέχρι στιγμής, αποδειχθεί το καλύτερο σύστημα για να προωθεί την Ανάπτυξη, καθώς επιτρέπει την κατανόηση και την ευρύτερη δυνατή αποδοχή των κανόνων της παραγωγικής λειτουργίας και διευκολύνει τη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση του βασικού πόρου της παραγωγικής δράσης: του ανθρώπινου πόρου.

Κάνει δυνατή την ανάδειξη των ικανοτήτων ανθρώπων με ταλέντο και δημιουργικότητα, από όλες τις τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα, γεωγραφική κατανομή, ομάδες και κοινότητες σε όλους τους τομείς.

Επιτρέπει τη συζήτηση εναλλακτικών λογικών επιλογών για τη βελτίωση του τρόπου ζωής, μέσα από τη δημιουργία προτεραιοτήτων, μέσα από συγκρούσεις και συμβιβασμούς. Μέσα από τον δημόσιο διάλογο.

Αποτρέπει και απομονώνει, όμως, το παράλογο και ατεκμηρίωτο, αυτό που με βεβαιότητα οδηγεί στην Υπανάπτυξη.

Όλα αυτά ισχύουν υπό μια βασική προϋπόθεση: ότι οι πολίτες συζητούν λογικές εκδοχές, αναλύουν το εναλλακτικό κόστος των επιλογών, βάζουν στη ζυγαριά των αξιών τους προτεραιότητες και συμφέροντα, αντιλαμβάνονται τον χρόνο σε σχετικό βάθος, μετρούν, αξιολογούν, συμβιβάζονται.

Αν υπάρχει ένας δείκτης βιώσιμης ανάπτυξης, είναι καταρχήν ο δείκτης ποιότητας του δημόσιου διαλόγου, των πραγματικών και όχι των εύκολων εναλλακτικών επιλογών που τίθενται σε συζήτηση και η δυνατότητα της κοινωνίας, δηλαδή με την ευρύτερη έννοια της πολιτικής, να τις διαχειριστεί με γνώση και σύνεση.

Από την άποψη αυτή, το πρώτο βήμα για την ανάπτυξη στην υπανάπτυκτη χώρα μας είναι η αποκατάσταση ή, μάλλον καλύτερα, η δημιουργία της Δημοκρατίας, με τις συγκρούσεις και επιλογές της.


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος





Thursday, December 27, 2012

Ghost Village - Shadows of the Civil War.


Share/Bookmark
 Η σημερινή μας κακοδαιμονία έχει βαθιές τις ρίζες της στα δραματικά γεγονότα του εμφυλίου πολέμου. 

Το χωριό φάντασμα είναι ο μελαγχολικός καθρέφτης των σκιών της μνήμης μας.


Η βίαιη αστικοποίηση, η δεύτερη προσφυγιά, η εγκατάλειψη της υπαίθρου και του αγροτικού σύμπαντος , η λησμονιά: όλα συνέπεια της πιο άγριας σύγκρουσης που ο ελληνισμός έκτοτε αρνείται να θυμηθεί. Το τραύμα.

Η εγκληματική συμμορία των σταλινικών φεουδαρχών που έσυραν την αριστερά και τη

χώρα στην καταστροφικότερη σύγκρουση δεν απαλλάσσει από τις ευθύνες της την ελληνική αστική τάξη. 

Δειλή, μοιραία και άβουλη, αδύναμη να συγκροτηθεί κατά τη δεύτερη περίοδο του Βενιζέλου, αδύναμος κι αυτός να υπερβεί το όνειρό του και να συμφιλιωθεί, αφέθηκε στην οπιούχα αγκαλιά του Μεταξικού καθεστώτος. Άφησε το φιλελεύθερο όνειρο να ατονήσει και να σβήσει. 

Κατά μεγάλο μέρος συνεργάστηκε με τους ναζιστές κατακτητές. Η εν Ελλάδι αντίσταση ταυτίστηκε κυρίως με το όνειρο της αριστεράς. 


Σταδιακά τα άκρα ροκάνιζαν τις αντιστάσεις. Γερμανοτσολιάδες και συνεργάτες από τη μια, Ζαχαριαδικοί σταλινικοί έκτισαν μαζί τον δρόμο προς τον εμφύλιο. 

Απέναντί τους ηγεσίες μοιραίες , ιδιοτελείς και λίγες την ώρα της θύελλας.

Η τανάλια της ιστορίας κράτησε σφιχτά ανάμεσα στα δόντια της μια γενιά. Αυτό που βγήκε, όταν βγήκε, το αντικρίζουμε σήμερα στο ερειπωμένο κεφαλοχώρι που κάποτε ήταν γεμάτο ζωή, άρχοντες, αγρότες, , γλώσσες, δρόμους, κοπάδια, εμπόριο, παιδιά και όνειρα.


Κατά κάποιον τρόπο το δειλινό αυτό φωτίζει μελαγχολικά τη χρεοκοπημένη χώρα.


Ίσως φωτίζει και κάτι από τις σκιές του μέλλοντός μας.



Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος












Thursday, December 20, 2012

Το παράδοξο υλικό των Μέσων


Share/Bookmark

Πολύ συχνά επανέρχεται το ζήτημα αυτού του ημιδιάφανου παραπετάσματος που συγκροτούν τα Media, μεταξύ του λόγου μας και του άλλου πολίτη στον οποίο απευθυνόμαστε και από τον οποίο αναμένουμε να ακούσουμε επίσης.

Η τεχνολογία αυτού του παραπετάσματος είναι εξαιρετικά αποτελεσματική όσο όμως και μάταιη.

Είναι ένα παράδοξο υλικό που έχει εγκατασταθεί ανάμεσα στην ψυχή και τον λόγο των δύο πλευρών, πολιτικού και πολίτη, πολίτη και πολίτη, και μεταφράζει κατά το δοκούν τα λεγόμενα, διακινεί μεταλλαγμένες τις ιδέες που παράγονται από τις δύο πλευρές, παράγει θορύβους για το τίποτα, εικόνες για το μηδέν, μετατοπίζει τη συζήτηση θορυβώντας εκεί που θέλει, σκουραίνει ή υπερφωτίζεται για να εξαφανίσει, γίνεται διάφανο όταν επιλέγει να φωτίσει το ασήμαντο και ανούσιο, όταν δεν επιθυμεί να συζητήσει την ουσία, σαν τους σχολαστικιστές του Μεσαίωνα, παρεξηγεί και παρεξηγείται. Έχει συμβάλει καθοριστικά στην αλλοίωση της γλώσσας κάνοντας σχεδόν αδύνατη την επικοινωνία και τον διάλογο, σαν τον Χάμπτυ Ντάμπτυ στην Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων: οι λέξεις, λέει το στρογγυλό ολοκληρωτικό τερατάκι, σημαίνουν αυτό που θέλω εγώ να σημαίνουν: βία, αγορά, κομμουνιστής, φιλελεύθερος, σοσιαλιστής, συντηρητικός, φασίστας, νόμος, δίκαιο, αγορά, ομοφυλόφιλος, ανώτερο, κατώτερο, επιτυχία, πλούτος, ευτυχία, ευμάρεια, κράτος, διοίκηση, ανάπτυξη, φτώχεια, μετανάστης, έθνος, ελληνισμός, όρια, ευθύνη, συνέπειες για να αναφέρω μερικές. Συνδέεται με τις σκοτεινότερες και πιο ευάλωτες πλευρές του ψυχισμού των συμμετεχόντων και γι’ αυτό τους γίνεται απαραίτητο, τους εθίζει, και τρέφεται από αυτούς.

Από το τελευταίο χαρακτηριστικό του προκύπτει και η ματαιότητα της τεχνολογίας του. "Μπορείς να αγνοήσεις την πραγματικότητα, αλλά όχι τις συνέπειες του να αγνοείς την πραγματικότητα", είχε πει η Ayn Rand.

Όλα τα τρυκ πιάνουν όταν οι συμμετέχοντες αισθάνονται την ανάγκη να τους απευθύνουν τον λόγο. Αυτόν πολλαπλασιάζουν και παραμορφώνουν. Πάσχουν από κάτι βασικό. Ο δικός τους λόγος δεν αρκεί, η πρώτη ύλη τους είναι ο λόγος των άλλων, η ενέργειά τους αποκτάται από τον λόγο που τους απευθύνουμε και το ενδιαφέρον μας που προκαλούν. Υποκλέπτουν τη συζήτηση μεταφέροντάς την στο πεδίο τους. Προκαλούν για να λάβουν απάντηση, παρεξηγούν για να δίδονται εξηγήσεις μέσω αυτών. Υποκαθιστούν εν τέλει τον συνομιλητή. Νομίζουμε ότι μιλάμε με τον άλλο και, αν πάρουμε μια απόσταση, θα δούμε ότι συνομιλούμε με αυτό το παράδοξο layer και μόνο.

Όταν κάποιος από τους συμμετέχοντες δεν απαντήσει στην πρόκληση, δεν μπει στην κουβέντα, χάνουν ενέργεια, δύναμη, ισχύ. Αντιπαρατάσσουν τον αποκλεισμό ή τον θόρυβο. Αλλά κάθε μέρα καίνε καύσιμα για να το παράγουν, τους καταναλώνει ο χρόνος.

Όσο παγιδευόμαστε στη συζήτηση στο δικό τους γήπεδο, όσο τους απευθύνουμε τον λόγο, όσο τους δίνουμε σημασία, τόσο νομιμοποιούμε την ισχύ τους. Αυτό είναι βέβαιο.

Υπάρχει αντίδοτο; Antivirus; Αντισώματα; Διέξοδος επικοινωνίας;

Δεν το γνωρίζω με βεβαιότητα.

Μου φαίνεται όμως ότι αν κάποιος συνεχίσει και επιμείνει, παρά τις προκλήσεις που απευθύνονται στα ευαίσθητα σημεία του ψυχισμού του, να απευθύνεται στον συνομιλητή του και μόνο, σαν να τον είχε απέναντί του, για τα θέματα που θέλει να του μιλήσει, με τον τρόπο που θέλει να του μιλήσει, σαν να συζητούσαν χωρίς ενδιάμεσο, και εφόσον υπάρχει κάποιας μορφής έλξη και βασικό ενδιαφέρον μεταξύ τους, μια αλήθεια να ειπωθεί που ψάχνει τον δρόμο προς τον άλλο, εφόσον υφίσταται η αντικειμενική συνθήκη επικοινωνίας δηλαδή, τότε όχι μόνο σταματά να τα τρέφει αλλά δημιουργεί την πιθανότητα ο δρόμος αυτός να βρεθεί.

Η σιωπή και η αδιαφορία είναι και αυτή ένα πολύ αποτελεσματικό εργαλείο του λόγου.

Αν σκεφτεί κανείς πώς κατέρρευσαν πριν δυο δεκαετίες, σε ελάχιστο χρόνο, τα πλέον επεξεργασμένα ολοκληρωτικά συστήματα ελέγχου του διαλόγου που εμφανίστηκαν ποτέ στην ιστορία στη μεγαλύτερη δυνατή κλίμακα , δεν πρέπει να αμφιβάλλει τελικά για το ότι ο ουσιαστικός και ειλικρινής διάλογος θα βρει, μάλλον γρήγορα παρά αργά, το αυτί που αναζητά, αν η συνθήκη έχει δημιουργηθεί.


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος



Wednesday, December 12, 2012

Η πολιτική οικονομία της πολιτικής


Share/Bookmark
Η Δημοκρατία είναι ένα σχετικά ακριβό πολίτευμα. Απαιτεί από την κοινωνία να πληρώνει χρόνο που δεν φαίνεται άμεσα παραγωγικός για δημόσιο διάλογο, συζήτηση θέσεων, προτάσεων, απόψεων, συγκρούσεις, συνθέσεις. Απαιτεί επίσης μεταφορά πόρων για την ισότιμη πρόσβαση και λειτουργία όλων σε αυτή τη διαδικασία.

Η διαδικασία αυτή εμπλέκει τους πολίτες που θεωρούν ότι έχουν μια πιο συγκροτημένη ενότητα απόψεων και προτάσεων με παρόμοιες αρχές. Αυτοί οργανώνονται σε πολιτικά κόμματα και άλλες ακτιβιστικές οργανώσεις, μέσα από τα οποία ζητούν την υποστήριξη των υπολοίπων, με την πειθώ, το παράδειγμα, τα σύμβολα. Στόχος είναι να εφαρμόσουν στην πράξη τις προτάσεις τους διαμορφώνοντας τους νόμους και τις προτεραιότητες που καθορίζουν τη λειτουργία της κοινωνίας μας, την παραγωγικότητά της, τον τρόπο και τα μέσα παραγωγής του πλούτου της και την κατανομή του, τη διαχείριση του περιβάλλοντος, τη διαχείριση του παρόντος και του μέλλοντός της.

Παρότι είναι μια ακριβή διαδικασία, η ιστορία μάς απέδειξε, μέχρι στιγμής, ότι ως προς το αποτέλεσμα είναι τελικά φθηνότερη. Τα ολιγαρχικά, δικτατορικά και άλλα καθεστώτα τελικά παράγουν λιγότερο, κατανέμουν πιο άδικα, και οι πλέον αδικημένοι τους είναι περισσότερο αδικημένοι από αυτούς των Δημοκρατιών. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί η Δημοκρατία στηρίζεται στη συμμετοχή και στην κοινή ευθύνη των πολιτών, στην ταύτιση των πολιτών με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και στο ότι αναγνωρίζουν, ακόμη και οι μειοψηφούντες, τη δυνατότητα συμμετοχής τους και διαβλέπουν την ευκαιρία να επηρεάσουν τις αποφάσεις προς τη δική τους άποψη στο μέλλον, και επομένως μειώνει τους πλήρως αντίθετους και καταστροφικούς. Διαμορφώνει τις συνθήκες κοινωνικής κινητικότητας μέσω του φυσιολογικού ανταγωνισμού. Οι ικανότεροι σε κάθε πολιτικό χώρο εξελίσσονται και διαμορφώνουν τις ελίτ, τις ηγεσίες.

Κατά λογική συνέπεια όσο ευκολότερη είναι η κινητικότητα αυτή, όσο λιγότερες διαθέσιμες ικανότητες σπαταλιούνται ή παραμένουν αποκλεισμένες από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και συνδιαμόρφωσης, όσο περισσότεροι ανθρώπινοι πόροι, μυαλό, φαντασία παραμένουν ανεκμετάλλευτα, τόσο πιο ρηχή και επιφανειακή είναι η Δημοκρατία. Τόσο περισσότερο θα παρακμάζει. Τόσο λιγότερο παραγωγική θα είναι.

Η Ελληνική Δημοκρατία παρήκμασε στην πραγματικότητα μέσω αυτής της μεθόδου. Εγκαταστάθηκαν (ή αναπαρήχθησαν) μηχανισμοί αποκλεισμού από τη συμμετοχή:

- Υψηλό κόστος και απαιτήσεις συμμετοχής στην πολιτική διαδικασία. Η θέση ότι κάθε ψήφος στην Ελλάδα επιχορηγείται με δημόσια χρήματα πολλαπλάσια ως προς τους φορείς (κόμματα) από την αντίστοιχη στη Γερμανία ή Πορτογαλία ή Αυστρία, αγγίζει την καρδιά του προβλήματος. Επιπροσθέτως, αντίστοιχη είναι και η κατανομή των ιδιωτικών επίσημων ή ανεπίσημων χρημάτων που κατευθύνονται στην εγκαθιδρυμένη πολιτική διαδικασία (περιλαμβανομένων των media). Τελικά έχουμε μια πολύ ακριβότερη πολιτική διαδικασία από πολύ πλουσιότερες χώρες, αλλά ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο πολύ λιγότερο ανοιχτή στον ανταγωνισμό, άρα πολύ λιγότερο αποτελεσματική.

Ο μηχανισμός που εγκαθιδρύθηκε για να διασφαλίζει πρόσβαση σε αυτούς που δεν έχουν τους πόρους και την ευχέρεια να αφήσουν τη δουλειά τους, λιγότερο ή περισσότερο, και να ασχοληθούν με τα κοινά διαστρεβλώθηκε και μετατράπηκε σε μηχανισμό αποκλεισμού. Λειτουργεί μόνο για όσους είναι μέσα, όχι γι' αυτούς που θέλουν να μπουν. Το ίδιο ακριβώς με όλο το υπόλοιπο παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Άρα αφήνει ανεκμετάλλευτο το μεγαλύτερο μέρος του δημιουργικού δυναμικού της χώρας, καταλήγοντας σε μιας μορφής αντιπαραγωγικό ημιολοκληρωτικό σύστημα. που χωροθετείται κάπου ανάμεσα στις Βαλκανικού τύπου σοσιαλιστικές Δημοκρατίες και στα βορειοαφρικανικά οικογενειακά καθεστώτα.

- Ο δεύτερος μηχανισμός αποκλεισμού λειτουργεί αναπαραγόμενος εντός των υφιστάμενων πολιτικών φορέων. Η φύση μοιράζει τη δημιουργικότητα ισόποσα, ανεξαρτήτως τάξεως ή επαγγέλματος ή περιουσιακής κατάστασης. Η πρόσβαση στην Παιδεία βελτιώθηκε τα τελευταία 60 χρόνια, έτσι ώστε μεγάλος αριθμός ανθρώπων να είναι σε θέση να συνεισφέρει ουσιαστικά χωρίς απαραίτητα να έχει οικονομική άνεση να διαθέσει πολύ χρόνο ή χρήματα. Όσοι όμως δεν διαθέτουν κάποια προνομιακή (όχι με την κακή έννοια) κοινωνική κατάσταση, η οποία να τους επιτρέπει να αφιερώσουν περισσότερο χρόνο και πόρους στην ενασχόληση με αυτό, έχουν μικρότερες δυνατότητες συμμετοχής, πλην εξαιρέσεων. Για τον λόγο αυτό τελικά ακόμη και στα επαναστατικά κινήματα παλαιότερα κυριάρχησαν αστοί. Το πρόβλημα με αυτό το σχήμα είναι ότι ο αριθμός των ικανών και δημιουργικών ανθρώπων που έχουν και τη σχετική άνεση να αφιερώσουν πόρους και χρόνο στην πολιτική ενασχόληση, δεν επαρκεί, είναι μειοψηφία εντός της ομάδας τους. Οπότε, αργά ή γρήγορα, ανέρχονται και επικρατούν είτε όσοι έχουν την άνεση αλλά όχι τις ικανότητες, είτε στη χειρότερη περίπτωση, αυτοί που δεν έχουν την άνεση αλλά προσδοκούν να την αποκτήσουν μέσα από την ενασχόληση με την πολιτική. Έτσι οι σοβαροί άνθρωποι εντός των υφιστάμενων πολιτικών φορέων σταδιακά έγιναν μειοψηφία, έμειναν μόνοι και απεβλήθησαν ή έφυγαν.

Από αυτή την άποψη είναι απόλυτα λογική η συζήτηση, λίγο επιφανειακή όμως κατά την γνώμη μου, για τον επαγγελματισμό και τη σημασία τού να υπάρχουν κάποιοι οικονομικοί πόροι διαθέσιμοι για να λειτουργήσει ο φορέας πιο αποτελεσματικά.

Αυτό το γνωρίζουν από άλλη σκοπιά πολύ καλά φορείς με μεγάλη παράδοση και αδράνεια εντός τους συστήματος, όπως το ΚΚΕ και οι Εκκλησίες, που προσέχουν και φροντίζουν εντός του ανταγωνιστικού καπιταλιστικού συστήματος με περισσή αγάπη την περιουσία τους ως στοιχείο επιβίωσης του οράματός τους και της επιρροής τους. Οι Εκκλησίες, ως πιο έμπειρες, το έχουν διαχειριστεί με επιτυχία κάτω από πέντε διαφορετικά συστήματα: τη φεουδαρχία, τον εμπορικό καπιταλισμό, τον βιομηχανικό καπιταλισμό, τον σύγχρονο καπιταλισμό των αγορών αλλά και τα σοσιαλιστικά κρατικίστικα μοντέλα. Το ΚΚΕ είναι αρκετά πιο πρόσφατο. Η αγάπη με την οποία περιέβαλε την περιουσιακή του δραστηριότητα το διατήρησε στη ζωή όταν όλα τα αδελφά κόμματα στη Δύση είχαν προ πολλού εκπνεύσει. Φυσικά, έρχεται καμιά φορά η ώρα που ούτε αυτό αρκεί. Στις εντός των φορέων αντιθέσεις επιβίωνε ως νομιμότητα συνήθως εκείνος που έλεγχε την περιουσία και τους πόρους. Το ΚΚΕ ήταν μειοψηφικό έναντι του ΚΚΕεσ όταν έγινε η διάσπαση αλλά κράτησε τα λεφτά. Το ίδιο φρόντισε να κάνει και μετά την αποχώρησή του από τον Συνασπισμό. Για τις Εκκλησίες και τις διασπάσεις και αιρέσεις τους η ιστορία είναι πιο μεγάλη και εξίσου, ίσως και περισσότερο, ενδιαφέρουσα.

Ο πήχης συμμετοχής στη Δημοκρατία μας έχει μπει από το πολιτικό μας σύστημα πολύ ψηλά. Έχει δημιουργηθεί όμως ένα παράθυρο ευκαιρίας εξαιτίας της κρίσης που τον κατέβασε λίγο και της απώλειας εξουσίας των παραδοσιακών μηχανισμών επάνω στη διαχείριση των δημόσιων πόρων και των αγορών. Τους αφαιρείται σταδιακά ο έλεγχος του τραπεζικού δανεισμού, του σχεδιασμού και αναθέσεων δημοσίων έργων και προμηθειών, των κατά την κρίση τους προσλήψεων στο Δημόσιο. Οι βασικοί μηχανισμοί που πριμοδοτούσαν τους πολιτικούς φορείς τους.

Αυτή είναι η ευκαιρία για την ανάπτυξη ενός υγιέστερου Δημοκρατικού μηχανισμού, που είναι και προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Τι μπορούμε να κάνουμε εμείς στο πλαίσιο αυτό με λιγότερους πόρους και πολύ λιγότερο χρόνο, καθώς οι περισσότεροι έχουμε να αντιμετωπίσουμε τις ανάγκες και υποχρεώσεις της πραγματικότητας, που η κρίση την κάνει αναπόφευκτα δυσκολότερη;

Ποια μπορεί να είναι τα πλεονεκτήματα μας, ώστε να μετατρέψουμε το ηθικό πλεονέκτημα σε πολιτικό πλεονέκτημα;

Εάν συμφωνούμε ότι αυτό σε γενικές γραμμές είναι το πλαίσιο, τότε το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς μπορούμε να διαχειριστούμε καλύτερα τους πόρους μας, που είναι κυρίως ο διαθέσιμος χρόνος και οι ικανότητες όλων όσοι είναι ικανοί και διατεθειμένοι να βοηθήσουν την προσπάθεια, με τον πιο αποτελεσματικό και παραγωγικό τρόπο.

Νομίζω ότι σε μια ανάλογη κατάσταση χρειαζόμαστε όχι μόνο πολύ χρόνο από λίγους που μπορούν να τον διαθέσουν (και φυσικά είναι απολύτως απαραίτητος) , αλλά λιγότερο χρόνο και έργο από πάρα πολλούς.

Για να αξιοποιηθεί όμως αυτό το λίγο αλλά σημαντικό από πάρα πολλούς χρειάζεται μια βασική απόφαση των λίγων που μπορούν να διαθέσουν περισσότερο χρόνο: ότι κύρια πολιτική εργασία τους θα είναι το να οργανώσουν με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο τη δουλειά των άλλων, ώστε να αθροίζεται σε ένα συνολικό αποτέλεσμα. Να πάρουν ό,τι καλύτερο μπορούν από όποιον μπορεί να το προσφέρει.

Για να το επιτύχουν αυτό ίσως θα πρέπει να θυσιάσουν κάποιες από τις δικές τους φιλοδοξίες άμεσης συνεισφοράς και να κρατήσουν μόνο αυτές στις οποίες έχουν ένα ουσιώδες πλεονέκτημα, μια τεχνογνωσία, ένα ταλέντο και να αφιερώσουν την ενέργειά τους στην οργάνωση της συνεισφοράς των υπολοίπων.

Όποιος το προσπαθήσει αυτό θα πρέπει να έχει μια βασική ικανότητα: να αντιμετωπίζει καταρχήν τους άλλους με εμπιστοσύνη για να απολαμβάνει και τη δική τους, ακόμη και αν διαφωνεί επί μέρους μαζί τους. Η καχυποψία είναι εγγενές χαρακτηριστικό του ανόητου, ο οποίος «ως πλησιέστερος προς το ζωικό βασίλειο, αδυνατώντας να κατανοήσει την πραγματικότητα και την αλλότρια διάνοια με τη χρήση του λόγου, την αντιμετωπίζει με το φυσικό ένστικτο της καχυποψίας» για να θυμηθούμε τον σοφό Ευάγγελο Λεμπέση. Εάν ο λογικός άνθρωπος κρίνει ότι ο συνομιλητής του ανήκει στην κατηγορία αυτή, απλώς δεν συζητά μαζί του. Φεύγει ή ο ένας ή ο άλλος.

Θα πρέπει επομένως να υιοθετήσουμε όλοι μας ιδέες, πρωτοβουλίες, προτάσεις από πολλούς που κινούνται με μια σχετική αυτονομία και χωρίς πολλές διαδικαστικές δυσκολίες, αφήνοντας στην άκρη αναζητήσεις για απόλυτες συμφωνίες και προσωπικές επιφυλάξεις.

Το αποτέλεσμα από την οργανωμένη αξιοποίηση και ενεργοποίηση όλων όσοι μπορούν και θέλουν να συμμετέχουν και να προσφέρουν, καθένας στον τομέα του, με τις δυνατότητές του και τις πρωτοβουλίες του, νομίζω ότι θα είναι ικανό να κάνει τη διαφορά.



Γιώργος Γιαννούλης-Γιαννουλόπουλος



Sunday, December 9, 2012

Η ιστορία των λέξεων: η Αυγή


Share/Bookmark
"Ηώς"ερυθρόμορφος αττικός κρατήρας,
 5ος αι. π.Χ
Μια παράδοξη εξέλιξη: έχει άραγε προσέξει κανείς ότι το 1952, σε δύσκολα αλλά ελπιδοφόρα χρόνια, η τότε αριστερά επέλεξε να βαφτίσει την επίσημη εφημερίδα της Αυγή, η οποία εξελίχθηκε σε όργανο του ΚΚεσ και του Συνασπισμού στη συνέχεια, του ΣΥΡΙΖΑ ηλεκτρονικά σήμερα; Το φύλλο ακολούθησε τη σταδιακή παρακμή του επιπέδου του χώρου που εξέφραζε σε αυτό το διάστημα, παρότι έχει φιλοξενήσει ορισμένα πολύ σημαντικά κείμενα και απόψεις στο παρελθόν.

Η Αυγή, ως λέξη, για την κοινωνία του '60, του '70 και ίσως του '80, έφερνε αμέσως συνειρμούς αναφοράς σε μια συγκεκριμένη εκδοχή της ευρωπαϊκής ανοιχτόμυαλης αριστεράς. 

Περιείχε όμως εξαρχής και την αρχή του τέλους της: μια μεταφυσική στόχευση, το ιδεαλιστικό ξημέρωμα της μέρας εκείνης που θα βρεθούμε σε μια κοινωνία καλύτερη και δίκαιη που θα είναι και το τέλος της ιστορίας, μια νομοτέλεια.

Η νομοτέλεια αυτή, όπως κάθε νομοτέλεια, ακυρώνει τις επιλογές και την πραγματική ευθύνη να σκεπτόμαστε ότι η πραγματικότητα είναι αυτό που εμείς δημιουργούμε κάθε στιγμή, στις συνθήκες και περιορισμούς που βρισκόμαστε. Το ίδιο και το μέλλον μας, είναι αποτέλεσμα των δικών μας ενεργειών και πράξεων αλλά και τυχαίων δυνάμεων και συμβάντων που μας ξεπερνούν.

Δεκαετίες μετά, μόλις οι συνθήκες επέτρεψαν την ευρύτερη πολιτική επικράτηση των νομοτελειών, όταν άρχισε να κυριαρχεί ο φόβος, η ανασφάλεια, η απελπισία, ο θυμός, ο όρος γλίστρησε ανεπαίσθητα και, χωρίς να συνειδητοποιήσουμε πώς και πότε ακριβώς, σήμερα η σφετερισμένη λέξη «Αυγή» αντιπροσωπεύει μια άλλη νομοτέλεια προσθέτοντας το κακόγουστο, αν δεν ήταν απειλητικό, επίθετο «Χρυσή».

Αν επιχειρήσετε ένα Google με τη λέξη Αυγή, θα ανακαλύψετε, όχι χωρίς κάποια αποστροφή, ότι πρώτη εμφανίζεται η εφημερίδα Αυγή και σε απόσταση αναπνοής η σελίδα των εκπροσώπων της Χρυσής ημίαιμης νομοτέλειας.

Η αιωνίως επανερχόμενη σε καθημερινή βάση Αυγή, το πραγματικό ξημέρωμα, που έρχεται κάθε εικοσιτέσσερις ώρες και ρυθμίζει τις ζωές μας, η Αυγή που μας επιτρέπει να σχεδιάζουμε το μέλλον μας, με δική μας απόφαση ορίζοντας τις μέρες μας, η κόρη δύο Τιτάνων που κρατάει τον ρυθμό του χρόνου μας και μας θυμίζει ότι αυτός λιγοστεύει κάθε μέρα, η ερωτική αυγή, η Ηώς με τους πολλούς συζύγους, τα πολλά κόμματα, τις πολλές ιδέες, που εναλλάσσονταν και τη γονιμοποιούσαν και αυτή απελπισμένα επιδίωκε να κρατήσει πάντα νέους και όμορφους, αυτή η Αυγή που χάριζε την ελπίδα της μέρας που μόλις είχε ξεκινήσει και όχι αυτής που θα έρθει με την Αποκάλυψη, η δική μας Αυγή, έρχεται πίσω, αρκετά πίσω στην κατάταξη...

Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος



Thursday, November 29, 2012

Περί Δημοσίων επενδύσεων και επενδυτικού νόμου


Share/Bookmark

Το ζήτημα των δημοσίων επενδύσεων στην Ελλάδα είναι περίπλοκο και δυστυχώς χρησιμοποιήθηκε σαν ένας ακόμη μοχλός δημιουργίας ενός παρασιτικού «επιχειρηματικού» περιβάλλοντος, με βασικές στρεβλώσεις:

Τους επενδυτικούς νόμους και τους άξονες δημοσίων επενδύσεων ΔΕΝ τους συντάσσουν καταρχήν οι επιχειρήσεις.

Είναι αποτέλεσμα εμπεριστατωμένων μελετών της Διοίκησης, που λαμβάνει υπόψη της και τη γνώμη των επιχειρήσεων, και πολιτικής απόφασης της κοινωνίας (περιλαμβανόμενων των επιχειρήσεων) για την κατεύθυνση που θέλουν να δώσουν στην οικονομία τους.

Είναι ο βασικός τομέας που το Δημόσιο οφείλει να εκφράσει τα συμφέροντα των παραγωγικών δραστηριοτήτων που πάνε να γεννηθούν και θα είναι ανταγωνιστικά αυτών που υπάρχουν. Θα τις αναστατώσουν και θα τις μετασχηματίσουν. Είναι η υπεράσπιση της πρόκλησης του μέλλοντος, αυτό που δεν μπορεί να κάνει η αγορά.

Αν ο AL Gore συμβουλευόταν τη βιομηχανία του κινηματογράφου και της μουσικής, που, παρεμπιπτόντως, ήταν βασικοί υποστηρικτές του, δεν θα επένδυε ποτέ στη δημιουργία και απελευθέρωση του διαδικτύου, που γέννησε τη σύγχρονη οικονομία.

Οι δημόσιες επενδύσεις έχουν τους ακόλουθους δύο στόχους:

1. Τη δημιουργία υποδομών (και ανθρώπινου δυναμικού), και τη δημιουργία δικτύων (δρόμοι, δίκτυα διανομής ενέργειας,  δίκτυα τρένων, λιμάνια, ακόμη και soft δίκτυα διανομής προϊόντων), τη δημιουργία βασικών προϋποθέσεων παραγωγής (παροχή υποδομών,  πληροφορίας, τεχνογνωσίας κλπ) που εξασφαλίζουν τη δυνατότητα ανάπτυξης παραγωγικής δραστηριότητας από τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες. Τα δίκτυα σε πολλές περιπτώσεις πρέπει να παραμείνουν δημόσια και σε κάποιες περιπτώσεις μη ανταποδοτικά, καθώς δημιουργούν τις προϋποθέσεις για εισδοχή νέων επιχειρήσεων στον χώρο και, επομένως, ανταγωνισμού και ανάπτυξης.

2. Τη δημιουργία των υποδομών που απαιτούνται για τη λειτουργία της ίδιας της διοίκησης.

Στόχος είναι να δημιουργήσουν προϋποθέσεις ανάπτυξης για τις επιχειρήσεις σε κατεύθυνση που δεν θα έδινε η αγορά μόνη της με όποιον τρόπο (δημιουργώντας υποδομές ή κίνητρα). Εάν η αγορά μπορούσε να τη δώσει αυτή την κατεύθυνση, τότε δεν θα χρειαζόταν κανένας επενδυτικός νόμος ούτε δημόσιες επενδύσεις. Αυτός ο σχεδιασμός προϋποθέτει την αναβάθμιση και λειτουργία κρατικής διοίκησης.

Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι δεν χρειάζεται να υπάρχει πρωτογενές πλεόνασμα για να κινηθούν οι δημόσιες επενδύσεις. Υπάρχουν μηχανισμοί χρηματοδότησης παγιωμένοι με πολύ σημαντικά ποσά (10 δισεκατομμύρια ευρώ από το υπόλοιπο του ΕΣΠΑ και άλλα 20 δισεκατομμύρια προβλέπεται ότι θα είναι η επόμενη προγραμματική περίοδος), πλέον τα ποσά που δύναται να αντληθούν με ευνοϊκούς όρους από την ΕΤΕΠ. Η επέκταση των μεταβιβαστικών πληρωμών εντός της ΕΕ είναι σημαντική για τη βιωσιμότητα του εγχειρήματος, όπως όμως και η αλλαγή του τρόπου διαχείρισης.

Το πρόβλημα είναι η διαχείριση των κεφαλαίων αυτών, η ιεράρχηση των επενδύσεων και, κυρίως, η μεταφορά της απόφασης για τα προς ένταξη έργα σε κλιμάκια εμπειρογνωμόνων από τους πολιτικούς που τη λαμβάνουν με διάφορους τρόπους σήμερα. Τα κλιμάκια θα εξετάζουν τόσο τις μελέτες όσο και την ανταποδοτικότητα της επένδυσης, τόσο ως προς τον δημόσιο (άμεση και έμμεση) όσο και προς τον ιδιωτικό τομέα. Η συζήτηση μιας διαφορετικής μορφής εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας, με την εισαγωγή όρων διακρατικού ελέγχου και υποχρεωτικής αξιοποίησης τεχνογνωσίας και εμπειρογνωμοσύνης από επιτυχημένα παραδείγματα, είναι απαραίτητη για να συμβεί αυτό.

Με δυο λόγια:

Ο σχεδιασμός των επενδυτικών αξόνων είναι ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας  που πρέπει να στηριχθεί σε μια στιβαρή διοίκηση και να ληφθεί με τη συναίνεση της κοινωνίας.

Η επιλογή των έργων είναι τεχνικό θέμα που πρέπει να αφαιρεθεί από την πολιτική ηγεσία, που το ασκεί σήμερα με ανεξέλεγκτο και μικροκομματικό τρόπο, και να μεταφερθεί σε εμπειρογνώμονες και να διαμορφώνεται σταδιακά σε κοινοτικό επίπεδο.

Όσον αφορά τον επενδυτικό νόμο:

Ο επενδυτικός νόμος αποτελείται από ένα πλέγμα κινήτρων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και των επενδύσεων.

Στόχος του θα έπρεπε να είναι η διασφάλιση συνθηκών που επιτρέπουν τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να δημιουργηθούν στις συνθήκες της αγοράς για έναν από τους ακόλουθους λόγους:

1. Χαμηλή οριακή παραγωγικότητα σε επενδύσεις μικρής κλίμακας για γεωγραφικούς ή άλλους τοπικούς λόγους,

2. Αντιστάθμισμα των εμποδίων που δημιουργεί το μέγεθος και οι πρακτικές των υφιστάμενων επιχειρήσεων στην ίδια αγορά,

3. Προσέλκυση στοχευμένων επενδύσεων ειδικής τεχνογνωσίας,
 

4. Δημιουργία συνθηκών για τη γέννηση ενός νέου επιχειρηματικού πεδίου και μιας νέας αγοράς.

Από τα παραπάνω είναι προφανές ότι ο επενδυτικός νόμος αφορά τις επιχειρήσεις που δεν μπορούν να γεννηθούν για ειδικούς λόγους, αλλά εφόσον γεννηθούν είναι βιώσιμες και ανεβάζουν τη συνολική ανταγωνιστικότητα της χώρας, ενώ περιορίζει πολλές φορές τα συμφέροντα των υφιστάμενων επιχειρήσεων, που θα δουν να αυξάνεται ο ανταγωνισμός και να ανταγωνίζονται για τους ίδιους πόρους. Αυτή είναι η θερμοκοιτίδα του μέλλοντος για κοινωνίες που τις ενδιαφέρει το μέλλον τους.

Είναι προφανές για ποιους λόγους η ελληνική «επιχειρηματικότητα» είδε στον εκάστοτε επενδυτικό νόμο μια απειλή, την οποία φρόντισε να διαμορφώσει έτσι ώστε στην ουσία όχι μόνο να ακυρώνει τη λειτουργία του ως εργαλείο δημιουργίας ανταγωνισμού και νέων επιχειρήσεων, αλλά να τον μετασχηματίσει σε ένα από τα εργαλεία εύκολου και, κυρίως, μη βιώσιμου πλουτισμού, με τη συνενοχή των πολιτικών μας.

Για να μην ξεχνάμε ότι οι Έλληνες πολιτικοί δεν έκαναν μόνο τα ρουσφέτια στους πολλούς τους αλλά συνέχισαν και την παλιά καλή παράδοση της συναλλαγής με την παρασιτική επιχειρηματικότητα.

Στην Ελλάδα του κρατισμού, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, τους επενδυτικούς άξονες, τα έργα, ακόμη και τους επενδυτικούς νόμους τους επέλεγαν και τους συνέτασσαν οι επιχειρήσεις.


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος




Wednesday, November 28, 2012

Στέφανος Μάνος, Ευάγγελος Λεμπέσης και το πολιτικό μας σύστημα


Share/Bookmark

Διευκρινίζω ότι δεν γνωρίζω προσωπικά τον κ. Στέφανο Μάνο. Κρίνοντας από τους λόγους και τα έργα του  για την ποιότητα, τις ικανότητες και το ήθος του ανθρώπου δεν έχω να προσθέσω τίποτα σε αυτά που ήδη έχει γράψει σε ανύποπτο χρόνο πολύ αναλυτικά ο Θάνος Τζήμερος. Θα τα συνόψιζα στο ότι πρόκειται αναμφίβολα για ένα από τα λαμπρότερα πρακτικά πνεύματα της Ελλάδας της μεταπολίτευσης, με πολύ σημαντικές δυνατότητες προσφοράς στον τόπο και ανιδιοτελή διάθεση.

Ο κ. Μάνος βρέθηκε σε ένα κόμμα με αστικές ρίζες, το οποίο σταδιακά μεταλλασσόταν σε ένα λαϊκίστικο πελατειακό μόρφωμα, επηρεασμένο από την ευκολία με την οποία το αντίπαλό του κόμμα κέρδιζε μια μακρόχρονη παραμονή στην εξουσία μετερχόμενο μεθόδων μαζικής διαφθοράς.

Σταδιακά η βλακεία, η ανικανότητα σε συνδυασμό με την έλλειψη αρχών και ήθους, απλώνονταν σε όλα τα επίπεδα της παράταξης που περιείχε και τις φιλελεύθερες ιδέες του κ. Μάνου ή του κ. Ανδιανόπουλου, όπως εξάλλου και η αντίπαλη πλευρά, καθώς και συντηρητικά στοιχεία παλαιάς κοπής που κρατήθηκαν ενωμένα στον χώρο από ισχυρές προσωπικότητες.

Καθώς οι ανίκανοι και με λιγότερα πνευματικά εφόδια άνθρωποι εκτόπιζαν σταδιακά και συστηματικά από την πολιτική ζωή της χώρας τους ικανότερους, κατακτώντας όλο και υψηλότερα αξιώματα, ο χώρος για ανθρώπους σαν τον κ. Μάνο γινόταν όλο και πιο ασφυκτικός.

Ικανός και έξυπνος όντας, αναγνώριζε δίπλα του την επεκτεινόμενη ανοησία, απέναντι στην οποία προέτασσε κάθε φορά την προσπάθειά του να προσφέρει συστηματικά τις ιδέες και τις πράξεις του, στον χώρο στον οποίο του επέτρεπαν να δρα. Όταν κάποιος διέκρινε την ικανότητά του να δημιουργεί νέες δομές, να μεταρρυθμίζει μια κατάσταση σε μια νέα, λειτουργικότερη και πιο ανθρώπινη και του ανέθετε ένα συγκεκριμένο έργο, όταν έβρισκε υποστήριξη, δημιούργησε κάτι το οποίο αποτελεί βάση για ό,τι λειτουργικό έχουμε σήμερα, στις περιπτώσεις που δεν έμεινε ημιτελές γιατί έχασε τη σχετική υποστήριξη.

Ο κ. Μάνος, όταν αισθάνθηκε ότι η αμάθεια και η κοινή βλακεία (σε αντίθεση με την κοινή λογική) έγινε κυρίαρχη, επιχείρησε να αντιπαραταχθεί σε αυτά, σε μια εποχή όπου δεν ήταν καθόλου εύκολο, και εξοστρακίστηκε από τον χώρο του. Αλλά πάντα εντός του είχε τη βαθιά επιθυμία να προσφέρει στον τόπο αυτό το απόθεμα από ιδέες, φαντασία και γνώση το οποίο γνώριζε ότι διέθετε.

Για τον λόγο αυτόν, όταν αισθανόταν ότι ενδεχόμενα υπήρχε μια ευκαιρία να επηρεάσει τα πράγματα, ερχόταν και πάλι κοντά σε ανθρώπους εμφανώς κατώτερούς του πνευματικά και πολιτικά, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε, αρχίζοντας κάτι από κάπου, να δημιουργήσει τη δυναμική εκείνη, το παράδειγμα εντός του πολιτικού συστήματος που θα οδηγήσει παραπέρα.

Ο κ. Μάνος προφανώς απέτυχε στη στρατηγική του. Η παραδοχή της αποτυχίας αυτής τον τιμά.

Το πολιτικό μας σύστημα τον απέβαλε, όπως και τα λαμπρότερα μυαλά της γενιάς του και της επόμενης. Η βλακεία, όταν αισθανόταν ότι απειλείται, συνασπιζόταν και κυριαρχούσε.
Ο κ. Μάνος δεν υπήρξε ποτέ μόνος. Θα ήταν παράδοξο, άλλωστε.

Ο Αλέκος Παπαδόπουλος, η Μαριέττα Γιαννάκου, ο Τάσος Γιαννίτσης, ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης, ο Ανδρέας Ανδιανόπουλος, ενδεικτικά αναφερόμενοι ανάμεσα σε άλλους πολλούς, πάρα πολλούς σε κάθε επίπεδο, που κρύβονται από την κορυφή αυτού του παγόβουνου, είχαν την ίδια μοίρα απομόνωσης και σταδιακού αποκλεισμού από τους πιο ανίκανους, από ανθρώπους εμφανώς κατώτερούς τους πνευματικά και ηθικά.

Ο κ. Μάνος είναι ίσως η πιο εξέχουσα, γι’ αυτό και υποδειγματική φυσιογνωμία ανάμεσά τους, καθώς ίσως είναι αυτός στον οποίο η απόκλιση ανάμεσα στις ικανότητες προσφοράς και τις ευκαιρίες που του έδωσε η ιστορία ήταν η μεγαλύτερη. Και το προσωπικό του παράπονο αντίστοιχο της διαφοράς αυτής.

Πώς όμως συνέβη αυτό το παράδοξο; Πώς το χειρότερο κατορθώνει να διώχνει το καλύτερο; Πώς το υποδεέστερο επικρατεί του καταφανώς πιο άξιου; Πώς ο βλάκας επικρατεί του εμφανώς εξυπνότερου; Πώς το κατώτερο επικρατεί στο ανώτερο; Πώς περάσαμε σταδιακά από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στον Ανδρέα Παπανδρέου, στον Γιώργο Παπανδρέου, στον Κωστάκη Καραμανλή, στον Αντώνη Σαμαρά;

Ορισμένες από τις απαντήσεις θα βρει κανείς στο απόσταγμα σοφίας του Ευάγγελου Λεμπέση «περί της τεράστιας κοινωνικής σημασίας των βλακών στον σύγχρονο βίο», φωτεινό κείμενο γραμμένο στους σκοτεινούς καιρούς του πολέμου, σε μια άλλη εγκυμονούσα εποχή.

Η στρατηγική των σύγχρονων βλακών ομοιάζει απαράλλαχτα με την περιγραφή του συγγραφέα, τόσο κατά τη μορφή όσο και κατά την αποτελεσματικότητα: όλα τα τεχνάσματα της πνευματικής ανεπάρκειας και έλλειψης καλλιέργειας, η ανούσια σιωπή, ο στόμφος, η φλυαρία, η κολακεία του ταπεινού, η απαξίωση των κανόνων και των διαδικασιών, η ίντριγκα, οι τεχνικές της κλίκας, η αναβίωση των φεουδαρχικών αρχών, η ενστικτώδης καχυποψία και η κουτοπονηριά συνδυάστηκαν με το εύκολο χρήμα, το οποίο πίστεψαν μάλλον πραγματικά λόγω της ανεπάρκειάς τους ότι θα ήταν αστείρευτο ή ακόμη και ότι,  αν θα στέρευε για τους άλλους, για τους ίδιους θα υπήρχε πάντα. Αυτοί, επιπλέον, σε αντίθεση με τους κομμουνιστές αλλά και τους συντηρητικούς του πολέμου, προέρχονταν από χώρους που δεν είχαν ζήσει καν την πραγματική ζωή που περιέχει και κάποια στοιχεία στέρησης, άρα ρεαλισμού.

Τόσο ο κ. Μάνος όσο και όλοι οι άλλοι σημαντικοί άνθρωποι της γενιάς του είχαν (από καλή πρόθεση; από λάθος; από την ευπιστία αλλά και υπεροψία του καλλιεργημένου;) την ίδια προσέγγιση, η οποία αποδείχθηκε από τα πράγματα μοιραία: επιχείρησαν να διαλεχθούν με την ανοησία, να τη συνετίσουν, να χρησιμοποιήσουν τις ευκαιρίες που αυτή δημιουργούσε, να τη μεταπείσουν.

Γνώριζαν όμως με ποιον μιλούσαν. Οι έξυπνοι άνθρωποι δεν μπορούν να επικαλεστούν την άγνοιά τους.

Δεν δικαιούται να ισχυριστεί ο κ. Παπαδόπουλος ότι όταν συζητούσε με τον κ. Βενιζέλο δεν καταλάβαινε την ποιότητα και τον οπορτουνισμό του ανδρός απέναντί του, η κα Γιαννάκου ότι δεν αντιλαμβανόταν την παθητικότητα του κ. Καραμανλή. Όπως και, τηρουμένων των αναλογιών, η κα Διαμαντοπούλου και ο κ. Ραγκούσης δεν μπορεί να ισχυριστούν ότι δεν αντιλαμβάνονταν τα όρια των ικανοτήτων του κ. Παπανδρέου, ή ακόμη και αυτός ο κ. Χατζηδάκης, ή ο κ. Δένδιας, ή ο κ. Σουρνάρας, ή ο κ. Μουσουρούλης, δεν μπορούν να επικαλεστούν πλάνη σε σχέση με την έκταση των ικανοτήτων του κ. Σαμαρά και άλλων συναδέλφων τους. Εάν ο κ. Παπανδρέου κατόρθωσε μία φορά να αντιπολιτεύεται αυτός τον εαυτό του με το «λεφτά υπάρχουν», ο κ. Σαμαράς στην καριέρα του έχει ήδη δύο παρόμοιες επιτυχίες, από το μακεδονικό στο αντιμνημονιακό μένος, και οδεύει ολοταχώς προς την τρίτη. Το αυτό ισχύει και για το εμφανές τίποτα που εμπεριέχει ο κ. Κουβέλης.

Οι ικανότεροι των πολιτικών μας ελίτ θεώρησαν, και θεωρούν ίσως, πως έτσι θα επηρέαζαν περισσότερο, θα δημιουργούσαν κάτι, θα έκαναν να προχωρήσει λίγο το πράγμα.

Ανάμεσά τους βέβαια κάποιοι αφέθηκαν να πεισθούν πραγματικά, αμάρτημα ασυγχώρητο στον έξυπνο άνθρωπο.

Και ενδεχόμενα ορισμένοι διατηρούν ακόμη αυταπάτες.

Δεν συνασπίστηκαν, δεν οργανώθηκαν, δεν αντέδρασαν. Δεν απευθύνθηκαν στην κοινωνία εκτιθέμενοι.

Αμύνθηκαν προσπαθώντας να διατηρήσουν το μικρό πεδίο εξέλιξης και εκσυγχρονισμού που δημιούργησαν, αλλά ακόμη κι όταν η βλακεία τούς απέπεμπε και τους απέκλειε πλειοψηφικά οργανωμένη, αυτοί δεν στάθηκαν απέναντί της όρθιοι αλλά αποχώρησαν έντιμα, όπως όλοι μας λίγο πολύ, όσοι ανήκουμε στη γενιά αυτή και την αμέσως επόμενη, με έναν μελαγχολικό και λίγο υπεροπτικό στεναγμό παρά με μια κραυγή μάχης.

Δεν αποδέχτηκαν, δεν αποδεχτήκαμε την πρόκληση, δεν λέρωσαν , δεν λερώσαμε τα χέρια μας. Ο κ. Μάνος είναι μεταξύ αυτών των λίγων που επιχείρησε να το παλέψει κάπως, ίσως περισσότερο από όλους.

Αντίθετα, ανέχτηκαν την κυριαρχία ανθρώπων κατώτερών τους. «Το φαινόμενο (η κυριαρχία της κλίκας των ανεπαρκών) συνεχίζεται. Ενός βλακός προκειμένου, μύριοι έπονται. Ο δε βλάκας που έχει αναρριχηθεί με αυτόν τον τρόπο θα προωθήσει ο ίδιος μόνο κατώτερα από αυτόν πρόσωπα, μέχρις ότου μια βίαιη εξωτερική επέμβαση, που υπαγορεύεται από την ανάγκη κάποιου άλλου οργανισμού ή ο φυσικός εκφυλισμός ενός τέτοιου οργανισμού από μέσα, επιφέρει κάποια θεμελιώδη ανατροπή ή ακόμη και τον τερματισμό της ζωής του ίδιου του οργανισμού», έγραψε ο Ευάγγελος Λεμπέσης 70 χρόνια πριν.

Όλο και περισσότερο μου φαίνεται ότι αυτό ήταν το λάθος, το βασικό και κύριο λάθος: η απέλπιδα προσπάθεια των λογικών στοιχείων της πολιτικής μας ελίτ να εγκαθιδρύσουν διάλογο ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους. Να πείσουν την ανοησία να έρθει στο λογικό με επιχειρήματα που της απευθυνόταν και με πράξεις καλής πρακτικής.

Πολιτικά ακυρώθηκαν. Η λογική είναι πανίσχυρη στο πεδίο της, όταν το επιχείρημα το ανταποδίδει επιχείρημα γύρω από ζητούμενο.

Αντίθετα, με τον βλάκα ή τον άνθρωπο που κυριαρχείται από συμπλέγματα ο διάλογος είναι αδύνατος. Το επιχείρημα δεν τον αφορά, όπως ούτε και το ζήτημα που συζητιέται, καθώς το μόνο που τον απασχολεί είναι η επιβίωσή του στον εχθρικό γι’ αυτόν κόσμο των ικανότερων ανθρώπων, όπως αυτός τον αντιλαμβάνεται. Χρησιμοποιεί τα επιχειρήματα, όπως και οτιδήποτε άλλο, για να κερδίσει τις εντυπώσεις. Σκηνοθετεί τον διάλογο, ώστε να τον αποφύγει. Συγκρούεται στον προνομιακό γι' αυτόν χώρο που ο ίδιος δημιουργεί πολλές φορές, όπως τα τηλεπαράθυρα. Όντας πλησιέστερος προς το ζωικό βασίλειο, αισθάνεται ενστικτωδώς την αδυναμία του συνομιλητή του, που έγκειται στην καλή του πρόθεση, και την εκμεταλλεύεται για να τον εξοντώσει.

Για τον λόγο αυτό ο διάλογος με την ανοησία έχει νόημα μόνο από θέση ισχύος.

Οι ικανότεροι πολιτικοί, και όχι μόνο της γενιάς αυτής, αντί να συζητήσουν με την κοινωνία, να βρουν συμμάχους, να αντιμετωπίσουν τον εφιάλτη μέσα τους για να τον αντιμετωπίσουν στη συνέχεια στο κόμμα τους, να συνεργαστούν και να ξαναχτίσουν τις παρατάξεις τους, που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία της Δημοκρατίας, εμπλέχθηκαν σε συζήτηση με την κυρίαρχη ομάδα για να την επηρεάσουν, να την πείσουν. Ορισμένοι επιχείρησαν να χρησιμοποιήσουν τους μηχανισμούς της για να επιβιώσουν και φυσικά απέτυχαν. Δεν συνεργάστηκαν με τους ομοίους τους, κρατούσαν μια απόσταση, έναν κάπως πικρό σνομπισμό. Και οι άλλοι τους εξόντωσαν.

Η παράδοση αυτή έχει τις ρίζες της στη θηριώδη προσπάθεια της σταλινικής ομάδας του Ζαχαριάδη να εξοντώσει τα δημιουργικότερα πνεύματα της σύγχρονης Ελλάδας, τα οποία απειλούσαν την κυριαρχία της ομάδας αυτής στην προοδευτική παράταξη, σέρνοντας τη χώρα σ’ έναν χαμένο για την αριστερά εμφύλιο, αλλά πετυχαίνοντας τον δικό τους στόχο, να εξοντώσουν τους ικανότερους από τους συντρόφους τους και μαζί με αυτούς τη δυνατότητα εναλλαγής στην εξουσία, με αντάλλαγμα τη δική τους πολιτική επιβίωση σε έναν κόσμο ο οποίος δεν θάπρεπε να τους περιέχει. Όταν ήρθε η ώρα να αναλάβει μια άλλη παράταξη από τη συντηρητική την εξουσία, δεν υπήρχε απέναντι παρά μόνο ένα περονικό κίνημα, ριζωμένο στην ελληνική φεουδαρχική παράδοση.

Το συμπέρασμα από αυτή τη μικρή ιστορική αναδρομή, με αφορμή την υποδειγματική περίπτωση του κ. Στέφανου Μάνου, δεν είχε προφανώς στόχο την αξιολόγηση του ανθρώπου, η οποία ξεπερνά τις δυνατότητες του υπογράφοντος. Έχει σχέση με την επικαιρότητά και τα διλήμματά μας, τις προσπάθειες του φιλελεύθερου χώρου αλλά και μεταρρυθμιστών από άλλους χώρους να αντιμετωπίσουν ή να συνδιαλλαγούν με το πολιτικό μας σύστημα.

Η συζήτηση με την κοινωνία σε κάθε πεδίο, σε κάθε χώρο έχει νόημα. Η συζήτηση με το πολιτικό σύστημα θα αποκτήσει νόημα όταν κερδηθεί το πολιτικό και όχι μόνο το ηθικό πλεονέκτημα, από μια βασική θέση ισχύος.

Ζούμε την παράδοξη κατάσταση, μια κοινωνία σε κατάσταση αγωνίας και φόβου να επιδεικνύει μεγαλύτερη μέση αναλυτική ικανότητα, μεγαλύτερη υπομονή, διορατικότητα και θέληση από αυτήν που επιδεικνύουν οι ελίτ της.

Γι’ αυτό και είναι έτοιμη να γεννήσει, όπως και στην εποχή του Ευάγγελου Λεμπέση.


Αν από τη γέννα θα βγει το μωρό του μέλλοντος ή αν θα αναπαραχθεί το τέρας μεταλλαγμένο στη χειρότερη μορφή του, εξαρτάται από το ποιος θα αντιπαρατεθεί - αντιπολιτευθεί - πρώτος και ισχυρότερα αυτούς που αδυνατούν να τη γονιμοποιήσουν.


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος